Η άγνοια του νερού

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΓΥΜΝΟ
Χωρίς άλλα στοιχεία υπ’ όψη μου,
με μόνη της ψυχής μου την ειλικρίνεια
και το διπλό εκμαγείο, που νιώθω
να γίνετ’ ένα καθώς τα χρόνια κυλούν,
διαλύομαι σ’ ό,τι νομίζω τελεσφόρο.
                                                                 1962

ΑΛΟΓΑ ΘΟΛΩΤΟΥ ΤΑΦΟΥ
Έρχεται κάποτε η στιγμή,
τάφον ανοίγεις
και βρίσκεις άλογα.
Τ’ άλογα προσπαθώντας
βρήκαν την έξοδο κλειστή.
Πλημμύρες
παράξενα σφιχτές είναι τα ζώα·
το κοκαλάκι τους σκιρτά κάποτε πλάι
στο μαραμένο λουλουδάκι.
                                                                                      1965

ΣΑΡΚΟΦΑΓΟΣ
Όπως η θυμωμένη μέρα έπιασεν όχτο
και με χλωμάδα η θλίψην υγρή μπήκε
στο ατάραγο κουτί των ωρών, που ποτέ
ανθρώπου μάτι δεν είδε γυμνές, έτσι
ο νεκρός έπεσε νωπός και σαν ίσος
με του θανάτου την εμφάνιση· λευκοντυμένος,
στο άσπρο του άλογο, νέος, ωραίος.
Αφού σε λίγο τα χέρια της άπλωσε
η σαρκοφάγος, η νηστική φαγάνα, τώρα
μ’ αθέατες κινήσεις κι ανήκουστους ήχους
απολαμβάνει το νόημά του.
Εξωτερικό:
Οι Μοίρες παρίστανται σχεδόν ύποπτες·
κρύβουν το πρόσωπό τους το αλγεινό,
μα τις αναγνωρίζουν οι κακοπαθιασμένοι.
                                                                                1963

ΤΟ ΠΑΡΑΘΥΡΟ ΤΗΣ ΒΑΣΙΛΙΣΣΑΣ
Έσκυψα στο παράθυρο
κι είδα τον κάμπον όμορφο,
θυμήθηκα κι εκείνη:
 έσκυψε στο παράθυρο
κι είδε με κάποιο φόβο
το στέμμα της να πέφτη.
                                                                                      1963

ΤΟ ΠΕΡΙΣΤΕΡΙ ΜΕΤΑ ΤΟΝ ΚΑΤΑΚΛΥΣΜΟ
Ξεδίπλωσε τα φτερά του κι ανοίχτηκε χωρίς
χασομέρια, προς όπου ήθελε τ’ οδηγήσει
του τιβίσματός του ο χαρούμενος σπαραγμός.
Βγαίνοντας έξω είδε την αμίλητη λίμνη,
μα δε γνώρισε τίποτ’ από τα πρώην νερά.
Πρωί ταξιδεύει μ’ ανοιγμένα φτερά, ώσπου
ξάρτια είδε· κλαριά βουλιαγμένων δέντρων εκεί.
Την εποχή που οι άγγελοι ήταν λιγώτεροι
παρά σήμερα, μ’ άνεση μαζώχτηκαν γύρω
από το κεφαλάκι του αγγελιαφόρου.
Ζηλιάρηδες ήταν που κείνο το περιστέρι
διαφέντευε με τα ματάκια του τη γαλήνια
γύμνια της γης, κι αν ήθελε γύριζε πίσω ή
μπορούσε ν’ αργοπορήση, κατά το κέφι του.
Όμως αυτό. . .
τα λιόκλαρα χαιρετά, τον άνεμο, γιατί,
αν δε φυσήξη αγέρας, τοτε πώς θα ιδής
την αργυρή πλευρά του ελιόφυλλου; έτσι πρέπει:
να κόβη μιαν ακρίδα και προς το μεγάλο
του Νώε πλωτόσπιτο ν’ αρμενίζη βιαστικό.
                                                                                        1962

ΕΥΑ
Γονατισμένη –μ’ αυτό τον τρόπο κοιμόταν–
το χέρι της περιέστρεψε σα φίδι
στη γαλανή μηλιά, που αμέσως κοκκίνισε
και τα κλαριά της ταράχτηκαν με θόρυβο,
έτσι που η Εύα ξύπνησε διπλά.
                                                                                                   1962

ΚΑΘΕ ΦΟΡΑ ΠΟΥ ΓΙΝΕΤΑΙ ΑΔΙΚΙΑ ΣΤΗ ΓΗ
Κάθε φορά που γίνεται αδικία στη Γη,
στους Ουρανούς ο θόρυβος είναι μεγάλος.
Εκεί χαμογελώντας ερώτα ο Αρχάγγελος
προς τι το ξάφνιασμα. Του απαντούν απ’ το τάγμα:
«Τα τύμπανά μας υποφέρουν, δε μπορούν
το θόρυβο ν’ αντέξουν…» «Ω παιδιά»,
η φωνή τους λέει του Αρχαγγέλου,
«θα ήταν άδικο να φράζαμε το δρόμο
σ’ αυτά που υπάρχουν· έτσι πρέπει, αλίμονο».
                                                                                            1964

ΑΠΟΚΑΘΗΛΩΣΗ Β΄
Τον κατεβάζαν με το φως του φεγγαριού
κι όπως τ’ αγέρι Του ’γγιξε τα στήθια,
σε λευκοσέντονο Τον τύλιξαν
με μητρική στοργήν, Αυτόν
που τα βουνά μπορούσε να κινήση,
κι όμως προτίμησε ν’ αναστενάξη.
                                                                                     1963

ΓΡΑΜΜΑ ΣΤΟΝ ΚΥΡΙΟ ΤΑΚΗ ΠΑΠΑΤΣΩΝΗ, ΠΟΙΗΤΗ
Κοιμόμουν στο σεντόνι, κέντημα κρεβατιού,
κι απ’ τη σπασμένην άξαφνα ήρθα πόρτα στα σύνορά σας,
όπου ο χρόνος είναι πιο πυκνός.
Ανέβηκα τα σκαλοπάτια, κοντά το βράδυ,
και κανένα δε ρώτησα πού ήσασταν
(άκουγα δα τη χαμηλή φωνή σας).
Τ’ αυτί μου έβαλα στην κλειδαρότρυπα.
Μιλούσατε για οραματισμούς καλλιτεχνών.
Σ’ αυτούς αθέλητα έριχνε ίσκιο μια γυναίκα
δουλεύοντας τη ραπτομηχανή,
γάζωνε και τα λόγια σας.
Δε θα ξεχνούσα, βέβαια, ν’ αποτραβηχτώ πριν από το
διάλειμμά της,
τα βήματά μου να μην ακουστούν.
Έφυγα προς τα κάτω, στη γωνιά, κι έμεινα εκεί,
ότι άκουσα χειροκροτήματα, σημάδι τέλους.
Από την πόρτα βγήκανε παιδιά· ήταν όλο παιδιά.
Σ’ αυτά μιλούσατε;
                                                                            1963

 ΤΟ ΧΕΛΩΝΟΚΥΝΗΓΙ
Με πετονιά δεν πιάνεις τις χελώνες.
Αυτές το βράδυ, κατά τις εννιά, στην άμμο βγαίνουν,
σέρνουν τα παραγάδια τους, τη ρότα τους τραβάνε,
την παραλία φετιάζουν σε δυο μέρη –
γραμμή τραίνου, π’ αγκομαχά κι ύστερα σκάφτει
βαθιά ώσμε δυο πόδια και λιγώτερο,
και μέσα μπάζουνε τ’ αυγά τους.
Κάμποσοι παν κι αναποδογυρίζουν
μ’ ένα κοντάρι το καβούκι της χελώνας
κι αφού της κόψουν το κεφάλι, μ’ έκπληξη μαθαίνουν,
πως της χελώνας η καρδιά χτυπάει
χρόνον πολύ, σε πείσμα του κορμιού της.
                                                                                  1961

ΘΑΛΑΣΣΙΝΑ ΣΤΟΙΧΕΙΑ
Κοίτα την τεχνική του άσπρου καβούρα:
τραβά γραμμή και δε χαμογελά.
«Ύστερα ιδές του κύματος την άκρη:
θέλει να κοιμηθή κοντά στην άμμο.
                                                                                           1963

Comments are closed