Το αγγείο με τα σχήματα

ΔΙΑΒΑΣΤΕ ΕΔΩ ΟΛΟΚΛΗΡΗ ΤΗ ΣΥΛΛΟΓΗ
ΠΙΚΡΟΛΟΓΙΑ ΤΟΥ ΣΩΜΑΤΟΣ
Η πίκρα, όταν υπάρχη, δένεται στο μάγουλο,
γλιστράει από τη μύτη και πέφτει στο μικρό
πηγάδι, πού τη δέχεται σαν ξένο σώμα.
Ύστερα κατεβαίνει τη σκοτεινή στοά,
έρποντας κάποτε, μα τη φλογίζει ελπίδα
να βρή την καρδιά, να ξαποστάση εκεί.
Στο δρόμο συναντά καβούρια των λιμνών
και λίγο φως πού ξέφυγε του ηλίου.
Πιάνει κουβέντα μετά κύτταρα,
πάνω στις απολήξεις σκαρφαλώνει,
ακούει το ρόχθο του πελάου και τρέμει.
Καθώς το λένε οι ναυτικοί, μπορεί
ποτέ η πίκρα να μη δη στεριά.
1969
ΠΡΟΣΩΠΟΓΡΑΦΙΑ
Ο λύκος από κείνη τη μέρα
συγκράτησε τα πρόβατα στο μυαλό του·
την επί Γης ειρήνη έφαγε όλη,
στην όρεξή του έμεινε μια μάντρα εκκρεμής.
Οι γύρω τον κορόιδευαν για την αφέλεια·
η αλεπού, να πούμε την αλήθεια, του έλεγε:
«Καημένε αχ, η συνέπεια κακό· θα σου φερη»
Μα ο λύκος ένοιωθε τα πράγματα αλλιώς.
Οι βιογράφοι του συνήθως αναφέρουν
πως άξιζε σα λύκος όσο και σαν άγιος.
Η δύναμή του δεν μετριότανε στα δόντια, πόδια, μυς,
άλλα και στην αγάπη του, που ήξερε να κυβερνά.
Σα λύκος έτρεχε, σα λύκος έμπαινε στη μάντρα
κι έβγαινε σαν αετός ίσαμε χίλια μέτρα.
Εκεί ξεπέζευε, κοιτούσε γύρω το τοπίο
κι από τα μάτια του κυλούσαν δάκρυα.
Μ’ αυτή την ιδιότητα κατέβαινε,
πολιτικά ντυμένος,
στην πόλη πού τον έθρεψε, στις φτωχογειτονιές,
που εκεί τα πρώτα του όνειρα είχε πλέξει.
Το Διπλωματικό Σώμα του ταίριαζε
ή κι αρχηγός λαού, μα ήταν ο λύκος
ο πεινασμένος, ο σχεδόν αδικημένος,
που κάποτε άγγιζε την άκρη της γαλήνης.
1969
ΑΠΟΝΟΜΗ ΒΡΑΒΕΙΩΝ
Πρώτον βραβείον εις τον νεκρόν.
Δεύτερον βραβείον εις τον ημιθανή.
Τρίτον βραβείον εις τον ζώντα.
Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον, Κύριε ελέησον.
Τρίτον βραβείον είς τον εργαζόμενον.
Δεύτερον βραβείον εις τον ημιαπασχολούμενον.
Πρώτον (όμαδικδν) βραβείον εις την αποχήν.
(Και πάλιν Κύριε ελέησον, ως ανωτέρω).
Δεύτερον βραβείον εις τον ημίκυρτον.
Πρώτον βραβείον εις τον κυρτόν.
Τρίτον βραβείον εις τον ευάγωγον.
Πρώτος επιλαχών ο ευσταλής –
προς γνώσιν και συμμόρφωσιν των ιθυνόντων
τη μοίρα της αστείας ζωής.
1969
ΤΟ AH ΓΙΩΡΚΟΥΔΙ
Στο Άη Γιωρκούδι πήγε ο κλέπτης μιαν ήμερα
και του παραπονέθηκε: «Λάδι σου φέρνω,
κεριά σου ανάφτω, τάματα κάνω,
κι εσύ τη μάντρα σφαλιχτή κρατάς».
Το Άη Γιωρκούδι σάλεψε το βλέφαρο:
«Να κλέπτετε με την ευχή μου κάθε επιτρεπτό.
Στη νόμιμη κλεψιά μη βάζετε άλλη.
Μίλησα στο Θεό για τα προβλήματα σας».
«Αλλού αυτά», του είπε ο κλέπτης μιαν ήμερα·
«δεν παραιτούμεθα των δικαιωμάτων μας.
Είμεθα χίλιοι κλέπται δηλωμένοι».
«Μίλησα στο Θεό», ξανάπε ο Άγιος.
«Αν είσαι αδέκαστος, του λέω, βοήθα μας·
σπάσε τη μάντρα, δώσε πρόβατα στο πλήθος
των ευγενών κλεπτών, πού αρκούνται εις τα ολίγα»
Εκείνος είπε να έχετε υπομονή,
κλέπται του απατηλού ετούτου κόσμου».
1969
ΕΠΑΝΑΛΗΨΕΙΣ
1
Ο ήλιος γέμισε όλα τα κανάτια
που είχε στην αυλή του ο γεωργός
και ξάπλωσε στη μάντρα.
2
Ξαπλώνει ο ήλιος στη σκιά των δέντρων
κι αργά το απόγιομα ανακάθεται να θυμηθή
την ποίηση, χελώνα σκοτωμένη.
3
Αφού κοιμήθηκε τρεις ώρες ο ήλιος ανακάθισε
στη μαλακιά σκιά των δέντρων και θυμήθηκε,
σιμά στα θάμνα του νερού, χελώνα σκοτωμένη.
4
Το βράδυ αργά, σαν είναι οι αστερίες
στην κούπα διαχυμένοι τ’ ουρανού
κι ο θάμνος του νερού ακινητεί.
5
Αφού γεμίση ο ήλιος όλα τα κανάτια
που βάζει στην αυλή του ο γεωργός,
ξαπλώνει κάτω, στη σκιά των δέντρων.
Μα εγώ μιλώ γι’ αυτόν πού ξάπλωσε στη μάντρα,
κι όταν αργά το απόγιομα ανακάθισε
στο νου του έφερε την ποίηση σα χελώνα.
ΙST ANKARA EINE SCHOENE STADT?
—Σε ποιο πάτωμα μένετε;
—Στο ένατο.
—Και τι εργασία κάνετε;
—Γράφω προγράμματα για τα παιδιά.
—Σχεδόν. Αλλά έχω γράψει και σενάρια.
—Γράφω κι εγώ στο Ραδιόφωνο προγράμματα.
—Μα καλλιτεχνικά, προγράμματα καλλιέργειας.
—Το φιλμ που είδαμε για τον χρυσόν εμπίπτει σας;
—Μορφωτικό κι αυτό, καλύπτει άλλο τομέα.
—Και τώρα πού πηγαίνετε;
—Να πάρω το ασανσέρ.
με κούρασε το φιλμ.
—Σε ποιο πάτωμα μένετε;
—Im neunten.
—Γράφω προγράμματα για τα παιδιά.
—Με την κουβέντα φτάσαμε στο πέμπτο! (Ανοίγει)
—Ist Ankara eine schöne Stadt?
—Είναι ωραία πόλη η Άγκυρα; Ερωτώ.
-Natürlich! Δε θα πήγατε ποτέ…
-Ίσως στο μέλλον, αν το φέρουν οι καιροί.
—Να ’ρθητε και στο σπίτι μου, έχω και κήπο.
Θα σας κεράσω τούρκικο καφέ.
Χαμογελούν, και πριν καληνυχτίσουν:
«Σ’ ένα λιβάδι, στο γεφύρι αυτό,
πάνω στον Σάαρ, έξω απ’ την πατρίδα,
σε γλώσσα ξενική, εσύ κι εγώ,
νοιώθουμε πιο απλοί κι αγαπημένοι».
ΤΑ ΡΟΥΧΑ TOY ΡΙΜΑΚΟ
Φίλοι μια μέρα του Ριμάκο τον ρωτήσαμε
γιατί φοράει τόσο καθάρια ρούχα,
Εκείνος δεν απάντησε· μονάχα έσταθη
να στοχαστή και γλυκοχαμογέλασε.
Σε λίγο έφερε σκαμνάκια να καθίσουμε
και πρόσφερε ποτά. Είπε δε «αυτά
που βλέπετε τα ρούχα να φορώ…»
κι εκεί σταμάτησε.
Κάποιος, που περισσεύανε τα λόγια του,
τον ρώτησε να του ξηγήση τ’ όνειρο
της πρόσφατης νυκτός, γεμάτο με φεγγάρια.
Περίγραψε αναλυτικά τις περιστάσεις
που το φεγγάριν έσταζε κι ήταν εξογκωμένο.
Απ’ το φεγγάρι πέφτανε σταγόνες
και κείνο στριφογύριζε μέσα στό χάος
κι αφού έκανε στροφές δαιμονικές,
πήρε μια δέση σταθερή και στρογγυλή
κι έτσι μπορούσες να το απαθανατίσης.
Προσεχτικά τον ακροάστηκε ο Ριμάκο
κι είπε την ιστορία του λέοντα και της λιονταρίνας,
που το καθένα ζωο –αν είναι δυνατόν!–
ρωτεύτη ένα καχεκτικό κι άψυχον άνθρωπο.
Τα ζώα τούς δώσανε όλη την καρδιά τους
και την απαντοχή· κρατήσανε μονάχα
ένα μικρό κομμάτι απ’ την καρδιά τους,
όση χρειάζονταν στο δάσος για να τρέχουν.
Απ’ το σημείο αυτό, συνέχισε ο Ριμάκο,
ίσαμε τη μεγάλη μύγα που γελούσε
(κι ο νους του πέταξε σ’ άλλο κλαρί ιστορίας)
υπάρχει κάποια διαφορά που τη διακρίνομε:
Η μύγα ελεε φρικτά για το Θεό:
Χαμένος τάχα στα παλαιά συστατικά Του,
έκφεύγει του οχήματος και τ’ όχημα του ελέγχου Του.
«Όμως αυτό που αρχίσαμε δεν προχωρεί»,
σχολίασε ο άνθρωπος – με – το – φεγγάρι.
«Σε ποιο σημείο η μύγα συναντά το λιοντάρι,
το λιοντάρι τον άνθρωπο, ο άνθρωπος το φεγγάρι;»
Λησμόνησες, είπε ο Ριμάκο, το Θεό.
Όταν εσύ κοιτάζης έφηβους και κόρες
στ’ αρχαιολογικό Μουσείο της Ακροπόλεως,
δε λες «τι ευγένεια στάζει το κορμί τους»;
Ακόμα και στ’ αγάλματα η ευγένεια εξελίσσεται.
Πόσο μάλλον στη χαίτη και την καρδιά του λιονταριού
πόσο στου άνθρωπου, που ελπίζει να γιατρευτη,
πόσο στης μύγας το γέλιο και στου Θεού την οψη!
«Αυτό σημαίνει», του είπε αγαπημένος φίλος,
«πως ώς το θάνατό σας θα φοράτε ρούχα καθαρά».
1972
ΣΤΗΝ ARNULFSTRASSE
Αυτές τις μέρες είδα το χρυσό χέρι του Άρνουλφ
να παραμερίζη ένα βιβλίο
και να πυροβολή το πρόσωπό μου.
Μα δέ με πέτυχε παρά στό μάτι
και μ’ άφησε σκισμή για να θυμάμαι.
«Γιατί, Άρνουλφ, πυροβολείς έμενα εσύ;»
Εκείνος είχε μάτια κι όχι αυτιά,
είχε χρυσό πιστόλι κι όχι πόδια,
κι απόμεινε να με θωρή σάν απολίθωμα.
«Γιατί, παιδί μου, Άρνουλφ; Τι σου έκανα;»
Μα δεν έβρισκα το στόμα του καθόλου
κι ο ίδρος του ασημής καθότανε στα μάτια του,
ενώ πωρόλιθο είχε στα μαλλιά του.
«Άρνουλφ, σε λέν οι άνθρωποι έξελίξιμο·
είσαι μεγάλος, τρεις φορές παρ’ όσο η γη,
έχεις βουνά, δέντρα ψηλά, χιόνια αδιάβροχα,
υπόγειο σιδηρόδρομο, αρτηρίες.
Τι σου ‘κανα λοιπόν και με σημάδεψες;»
Όμως αυτός, εκεί, να με κοιτά
Κι η σιδερένια ράβδος από δίπλα του
… Αν στο Ποτάμι, που κυλά κάτω απ’ τα πόδια του,
στερέψη κάποια μέρα, τι θα γίνη;
Πού να γυρίσω το αγαθό κεφάλι μου
και θόλο να μη βρίσκω ν’ ακουμπήσω;
Σε ποια γωνιά του νου ανθίζει ελπίδα;
Σε ποιο μεράκι χαμηλώνει ο πόνος;
Ανθρώπινα, που τελειωμό δεν έχουν…
1971
ΚΑΪΝ
Και έθετο ο Θεός σημείον τω Κάιν
του μη ανελείν αυτόν πάντα τον ευρίσκοντα αυτόν.
ΓΕΝΕΣΙΣ, Δ΄, 15
1. Γυρνούσε και παρακαλούσε. Και κανείς δε βρισκόταν.
Λείπαν στις δουλειές τους. Και δεν ήξερε τι να κάνη.
2. Μπήκε σ’ ένα κήπο,
έκοψε τα δέντρα,
μια γυναίκα βίασε
τρία παιδιά έπνιξε.
Στο ποτάμι έριξε το γέρο. Προκαλούσε τη ζωή του.
Άστρο της φθοράς, αρχηγός του λαού γίνηκε, σκότωνε.
3. Πήγαινε, στον πόλεμο,
μα ποτέ δεν του ρίχτηκαν οι εχθροί.
Και στο θυμό του σκότωνε τους φίλους.
5. Ακρίδες ήρθαν από μακριά. Κι άκουες τότε στο
συνοικισμό να λένε για τον Κάιν, που πολλά μαρτύρησε,
καθώς βίαζε τη γυναίκα, έπνιγε τα παιδιά και στο
ποτάμι το γέρι έριχνε. Τέλος, τους φίλους του που σκότωνε
στο θυμό του. Όλα αυτά τον καθαγίασαν.
6. Πήγαν και τον είδανε.
Μόλις βήματ’ άκουσε,
στα χέρια του κρύφτηκε,
τ’ αγρίμια το ’βαλαν στα πόδια.
Του φέραν ρουχικά να σκεπαστή,
νερό τις βρωμισιές του να ξεπλύνη.
Συνενώθηκαν όλοι.
Και τον παρακαλούσαν να τους αγαπήση.
7. Αυτός, όμως, θυμήθηκε πόσο υπόφερε, καθώς τον
αδελφό του σκότωνε ή όταν μια γυναίκα βίαζε, τρία παιδιά
έπνιγε, φίλους δέντρα και γέρους όταν σκότωνε.
Και ξενοκατοίκησε
σ’ άλλο ραχοβούνι
και καμπούριανε κει.
8. Κι ήρθαν πάλι τ’ αγίμια και τις πληγές του έγλειφαν.
Και τα παρακάλεσε να μη του γλείφουν τις πληγές
για να πεθάνη το γληγορώτερο. Άπ’ όλα τα μέρη
κόσμου ήρθαν γιατροί για να τον μελετήσουν, μα κείνος
έβαλε τ’ αγρίμια να του κρατούν ασφάλεια. Κι ανάμεσά
τους πρωτοστάτησε ο Κέρβερος.
9. Έτσι του Κάιν λιγόστευε η ζωή. Ώσπου
τον εαυτό ταυ ξεδικήθη και πέθανε.
10. Κι η μάνα του η Εύα,
εξακόσιω χρονώ τότε,
τον έκλαψε με δάκρυα παμπάλαια,
όπως όταν μια μέρα,
πριν εξακόσια χρόνια,
πρωτόκλαψε γοερά για την ασκήμια της.
1962
ΑΥΤΟΣ ΠΟΥ ΒΑΔΙΣΕ AΠANΩ ΣTO ΝΕΡΟ
Το μήνυμα ήρθε αυγή με το κουπί
Σε κάτι ψαρογέρους με πανιά:
«Έρχεται ο Χριστός πάνω στα κύματα.
Τ’ αρέσουν οι αχινοί κι η σούπα η καραβίσια».
Κάβουροι τότε και χελώνες μαζευτήκανε
για να τον βοηθήσουν να κατέβη
από τα κύματα στην αμμουδιά.
Κ’ όταν με το καλό τελειώσανε όλα.
στρωθήκανε στο φαγητό,
Όμως αυτός είχε να πάη στα βόρεια
τους κολασμένους συντρόφους του ν’ αντάμωση,
όσοι απ’ το κρύο, τη δίψα και την πείνα
δεν είχαν ξεπαγιάσει. Και να δώση
σ’ όλα του κόσμου τα παιδιά, τ’ αγαπημένα του,
γραφή εντολή να είναι καλά.
Θα σταματούσε ακόμα στο φεγγάρι
από τα νέα πετρώματα δείγμα να πάρη,
τη μοίρα των γλυκών ανθρώπων να συλλογιστή.
Θα ’βρισκε, αν ήταν τυχερός, τον Αϊνστάιν,
το Μεγαλέξαντρο, τον Όμηρο, την Περσεφόνη»
κι όσους καλούς ευτύχησαν να ζουνε
σ’ αλλοτινούς καιρούς πάνω απ’ τη θάλασσα.
Το μάτι του ήταν ασκημένο στο σημάδι τους,
καθώς του Κάιν το μέτωπο, και δεν ανησυχούσε.
Θα παίρνε το μουλάρι από την Κύπρο,
σαμάρι θα ’φτιανε στη Δαμασκό ή την Ήπειρο,
στη Μπρατισλάβα χάμουρα, στην Κοπεγχάγη τ’ άλλα,
όπου και θα ξεπέζευε.
Με το πλατύ μανίκι του το λίγο πλήθος
κι έφυγε προς τα κει που Αυτός λογάριαζε.
Δεν πέρασε λίγη ώρα, και τον φέρανε.
Είχε παραπατήσει, λένε, στο ποτάμι,
καθώς κοιτούσε μια γαλάζια πεταλούδα.
1971
Ο ΙΗΣΟΥΣ ΣΤΟ ΟΡΟΣ ΤΩΝ ΕΛΑΙΩΝ
Λεπτομέρεια από τον πίνακα του Γκρέκο
«Υπνωττω και η Σελήνη γέμει διαστημοπλοίων»,
λέει ο προφήτης. Και πάλιν ο Ιησούς
μπροστά σε γαιώδη βράχο στρώνει άργυρο σεντόνι.
«Δε θέλω να κοιμάμαι», λέει στον Άγγελο·
«ο ύπνος μου γεμίζει νύστα το ποτήρι
που εγώ θα πιω . . . Τι είναι, Άγγελε,
ό,τι κρατείς; Κι εσύ ποτήρι;
(Πάνε να τ’ ανταλλάξουν).
«Πρόσεχε τα κεφάλια των μαθητών μου».
(Σιωπηλά):
«Γράφω και σβήνω στην ψυχή μου το πνεύμα μου,
χύνω την προσευχή μου στα πεφιλημένα
πόδια των μαθητών μου με χλωμό φεγγάρι».
1969
Η ΣΤΕΝΟΧΩΡΙΑ ΤΟΥ ΑΛΕΞΑΝΔΡΟΥ
Αλέξανδρος Αναξάρχου περί κόσμων
απειρίας ακούων εδάκρυε, και των φίλων
ερωτώντων ό,τι πέπονθεν, «ουκ
άξιον», έφη, «δακρύειν, ει κόσμων όντων
απείρων ενός ουδέπω κύριοι γεγόναμεν.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
«Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι σκύλος …
Αλέξανδρε, Αλέξανδρε, κατακτητά!»
Προχώρησε ώς τα βάθη της Ασίας,
έστειλε να του φέρουν μυστικά της θάλασσας,
έμπαινε και συλλάμβανε φίλους της άγνοιας.
Ο Αλέξανδρος έφτασε στου ποταμού την άκρη·
λούστηκε, αρωματίστηκε, υστέρα σκέφτηκε:
Αυτός ο Ανάξαρχος ο Αβδηρίτης,
πολύ με στεναχώρεσαν τα λόγια του.
Κόσμοι πολλοί κατοικημένοι υπάρχουν
στον ουρανό, μας λέει. Άνάξαρχε Άβδηρίτα!
Ο Αλέξανδρος ο Μέγας είναι σκύλος
Αν δεν σου κόψη το λαρύγγι, αν δεν πατήση
το πόδι του σ’ αυτά που λες …
Θα βάλω τους θεούς να στέκωνται ίσια
και να κοιτάνε τ’ άστρα.
Τον κόσμο με συνθήματα θα σπείρω
για κάτι που είναι ανώτερο του πόθου.
Κι αν είναι κόσμοι εκεί που δε μιλούν
Ελληνικά, θα μάθουν!
1970
ΜΗΝ ΤΟ ΞΕΧΝΑΣ ΠΩΣ ΕΛΛΗΝΕΣ ΕΙΝΑΙ ΑΥΤΟΙ
Δάντε, Κόλαση, Άσμα 26
Περήφανοι και αλαζόνες, με συνείδηση της αξίας τους,
ξεκίνησαν οι Οδυσσέας και λίγοι απομένοντες σύντροφοι
για να διαβούνε «το στενό κανάλι, που ο Ηρακλής
έθεσε σύνορο στον άνθρωπο». Θέλησαν έτσι
ν’ αντιπεράσουν τη μετάφραση της υπόνοιας
και να δουν με τα μάτια τους την άγνωστη κίνηση,
μη λησμονώντας τη φύτρα τους, ότι μοίρα τους ήταν
η ανδρεία και η γνώση – η τόλμη για τη διάνοιξη του
στενού.
Έτσι καταποντίστηκαν λίγο πριν μάθουν.
Μα εγώ θα έρθω μαζί με πιστούς συντρόφους
προς τον Ατλαντικό που χαθήκανε οι άντρες εκείνοι,
Έλληνες το γένος, γιατί κι εγώ Έλληνας είμαι
και δεν αντέχω να είναι βουλιαγμένοι άλλο πια.
1969
ΤΟΥ ΡΗΣΟΥ Τ’ ΑΛΟΓΑ
Ποιος άκουσε ποτέ μια πόλη
να σωθή από τ’ άλογα!
Λευκά, και να ‘ν’ του Ρήσου βασιλιά,
που πρέπει στα λιβάδια της να βόσκουν,
νερό να πιουν απ’ το ποτάμι της.
Αυτά ο χρησμός ορίζει. Μα η βουλή
του άνθρωπου, βέβαια, άλλα ξέρει κι έτσι,
με δόλο πριν απ’ την αυγή, του Ρήσου βγάνει
την ακριβή πορφύρα κι άλλη του φορεί.
Και για να μείνη αθάνατη στη μνήμη
μια τέτοια πράξη, Τροία τη λεν την πόλη
που ο Ρήσος θα ’σωζε, αν οι δολοφόνοι
δεν ήταν του χρησμού πιστοί υπηρέτες.
Όσο για τ’ άλλα, ο ποιητής φροντίζει.
1969

Comments are closed