«Αχαιών Ακτή»

ΩΚΕΑΝΟΣ
Ήμασταν μέρος του εκεί πολιτισμού,
τον συνυφαίναμε, τη ρίζα του είχαμε σε μας.
Όσο τον θέλαμε τον προχωρούσαμε,
τον αραδιάζαμε, τον ξεκουράζαμε.
Φορώντας το μαγιό του μπαίναμε στη θάλασσα
κι αν τραγουδούσαμε, τα κύματα ήξεραν.
Ξάφνου το σπάσιμο του φευγαλέου
τρένου που αντίκοβε τους καλαμιώνες.
Κορμιά εφθαρμένα, λατομεία κακού.
Το χάλκεον όρος έμπαινε βαρύ
μες στην υπέργηρη της αμμουδιάς καρδιά.
Τα χοντροκόκαλα του ποταμού,
που τον βαθύν ανέβαινε ουρανό,
τη θλίψη περιμάζωναν υγρής αγάπης.
Ύστερα σκύβει αυτός, που όλοι γνωρίζουμε,
ανάμεσα σε χίλια δυο κλαδιά
και βρίσκει το ανεκτίμητο κουπί
κάτω από φύλλα ροδοδάφνης, ίσως.
Το φως ξεπήδηξε άρρυθμο σαν άλογο,
και στα καπούλια του ηλίθιος δαίμων.
Δένει τον ποταμό με το πολύστροφο
το καλεντάρι, που δεσμεύει τα όλα,
κι αναγυρίζει τα παλιά μες στα καινούργια,
κι άμα τελέψει βάνει πλατιά ζώνη
και τη λαβίδα του οξυρρύγχου πιάνει χρόνου
κι αργά διαβάζει τις ισόμοιρες γωνίες.
Ψάχνει τα σήματα σαν πυργοδέσποτας,
λυγάει τα σίδερα, καρδιά μαλάσσει,
νου κατακόβει, ενώνει το ένα το άλλο.
Δέλτα ικανό του ποταμού ξεχύνεται
στον «ρόον Ωκεανοίο » του Ομήρου.

 

                                                                                         Οκτώβρης 1974
 

ΜΑΓΙΚΗ ΕΙΚΟΝΑ
                                   Προδότες που προδώσατε
                        την μέγα Ελευθερία.

 

Θάνατο πρόδινε η θωριά των
κι η κοντοσάγονη λαλιά των.
Τους είδε μ’ άσπρο το πουκάμισο
φορώντας το αδειανά ο Ριμάκο
κι είπε «το λόγο μου ας φυλάξω
για δυσκολότερους καιρούς».
Τους ένιωθε κοντά του κιόλας,
σαν πάγο πάνω στο κεφάλι,
οσμή που γιόμιζε τον αέρα
με τον κρωγμό του γερακιού.
Κάθεται σε μακρύ σεντούκι
και ράβει με κλωστή μεγάλη
τη σκέψη του για προσκεφάλι.
Αδυνατεί να δει το φως του,
τρυπώνει στην παλιά ψηστιέρα
με λαβωμένη καλημέρα.
Άξαφνα φέρνει τα παιδιά του
γύρω στα κατσαρά μαλλιά του.

 

                                                        1975

ΠΕΡΙΟΧΗ ΑΓΙΟΥ ΦΙΛΩΝΑ
Επίσης είχαμε διάφορα τραγούδια
σε μύτη κανονιού εμπροσθογεμή
και σε γιαλού βοστρύχους πάρα εκεί.

 

Κάθε πρωί μετρούσαμε μ’ αλκή
τ’ ονειροπόλο φως, υπόλογοι του,
και το σκοτάδι ρίχναμε στη θάλασσα,
αφού σε βάρκα πρώτα το φορτώναμε.

 

Τι μέρες ξέγνοιαστες και τι αετοί!
Ο Χρύσης πελεκούσε ξόπρωτο ραβδί
και τ’ ουρανού το σχήμα μελετούσε.
Ο Απόλλων έφτιαχνε κλουβιά για τ’ άστρα,
κι ο Ποσειδών, αυτός πουλούσε αλόγατα
σε λογικές τιμές, χάριν του μέτρου.

 

                                                          Απρίλης 1974

 
ΘΑΝΑΤΟΥ ΔΕΝΤΡΟ
Ποιος δράκου γιος ανάσανε τον καψερόν αγέρα
κι έδωκε δάκρυα στη φωτιά και δέρματα στη λύπη;

 

Ολούθενε μαυρίζει η γη και τ’ άξιο παλικάρι
με τ’ ασημένιο χάμουρο και το μακρύ ποδάρι.

 

Βρέχει ο Θεός κι οσμίζομαι τα ψάρια στη στεριά
τη λαξεμένη ανάμεσα σε δέντρα και πουλιά.

 

Όχι, τους λέει, ο θάνατος ονείρου ρόζος είναι
και παξιμάδι ανάμειχτο με γάλα στη φωτιά.

 

                                                                         Ιούνιος 1974

Ο ΡΑΜΕΣΗΣ Β΄ ΚΑΙ Ο ΧΑΤΤΟΥΣΙΛ Β΄
ΟΡΚΙΖΟΝΤΑΝ ΝΑ ΜΙΛΟΥΝ ΜΕ ΑΝΟΙΧΤΑ ΧΑΡΤΙΑ
I
                                                                                                   ΕΝΤΟΠΙΣΜΟΣ
Πρώτα η Ασία, η Αίγυπτο κι η θάλασσα
του κράτους των Μινωιτών, ο Μεγαλέξαντρος.
Βυζαντινοί και Ρώμη σε σχήμα ωροσκοπίου.
Στην κάτοψη Γαλάτες, Εσπέριοι, Τεύτονες.

 

Θεοί και δυναστείες της Άπω Ανατολής,
Αράπηδες και άσπροι, ακρίδες, φυτά.
Ήχοι της Αφρικής, σκόνη και μάρμαρο,
βελόνα και κοντάρι, πελέκι, σοδειά.

 

Το καλοκαίρι με τις δυο λεπίδες του
στέκει στην άκρη του στενού το απόγευμα –
δώρο νερού απειλεί, ευτυχισμένο, αδύναμο.

 

Τόπος μαντίλι, πτύχωση του σώματος
δέχεται όλα· υπομονή και γνώση
τα ήρεμα βουνά με την καμπύλη.
II
                                                    ΠΛΟΙΑΡΙΑ Ν.Α. ΑΣΙΑΣ
Γυναίκες προς το δέντρο με το φίδι» καλωσορίσατε.
Το φίδι δε φοβάται τη γυναίκα και τα εξ αυτής οφέλη.
Ο θάνατος του Βούδα (όπως Χριστού) το προφυλάγεαπό την άγνοια.
Χέρια που κατεβαίνουν σε κίνηση χορού, καιρός για το τραγούδι:
Ο Βούδας είναι κοντομάλλης
Ο Βούδας είναι μακρυμάλλης
Ο Βούδας έχει φωτοστέφανο
Ο Βούδας έχει κοιλιά
Ο Βούδας είναι γυναίκα
Ο Βούδας είναι άντρας
Ο Βούδας έχει τέσσερα κεφάλια
Ο Βούδας φιλάει το φράγμα της Γης.

 

Η ράχη της θεάς Βισνού τον προφυλάγει.
Ο Βούδας είναι ελέφαντας, καθώς σεμνές γυναίκες
στολίδια φορτωμένες μπαίνουν στο νερό –
χελώνα, ψάρι εκεί να κολυμπάν,
ο πίθηκος στα δέντρα, το τραγί στο χώμα.
ΙΙΙ
                                                                                                        ΤΟ ΘΕΑΤΡΟ ΣΤΗ ΔΥΣΗ
– Λάβε υπόψη σου τον ήλιο που ξεπρόβαλε.
Τ’ ακουστικό στο πλάι του μεγαλώνει.

 

– Στο θέατρο μιλάνε πολύ,
ακόμα κι η θερμάστρα φλυαρεί.
Στοχάζομαι ποιος θα μας σώσει.

 

 –Τα παλτά ξεκουράζονται στο βεστιάριο.
Το έργο, κατ’ ακρίβειαν, είναι κωμωδία.

 

–Μην πελαγοδρομούμε στη θηριωδία.
Θα πέσουν τα νέφη, θα πέσουν
υδρογονοβόμβες τ’ ουρανού και το βουνό θα σημάνει.

 

 –Τι μεγάλη καμπάνα! Τι σβάραχνα έχουν τα δέντρα του!
–Μη φοβάστε τα δέντρα, μη φοβάστε τα δάση.
Κάθε αγνό λουλουδάκι, κάθε πράσινο φύλλο τους
είναι και μια φελούκα, μια κολοκύθα στη λίμνη.
IV
                                                                                                   ΚΑΤΑΣΤΑΣΗ ΒΙΟΛΟΓΙΚΗ
Τι να ’ναι κείνο, έλεγε ο Κανείς,
που δίνει στην καρδιά φουσκονεριά,
στο νου φωτιά και δύναμη απορίας;

 

Το μόνο που ήξερε, χωρίς περικοπές,
ήταν η Βίβλος των Θεών του αρχαίου Ολύμπου.
Κι έλεγε: Μωυσής εγέννησε Αγαμέμνονα,
Αγαμέμνων εγέννησε Μελχισεδέκ,
Μελχισεδέκ εγέννησε Αθηνάν,
Αθηνά, εγέννησε τόν Δία,
Δίας εγέννησε Βαρούνα και Οδυσσέα,
Οδυσσέας εγέννησε Αφροδίτην,
Αφροδίτη εγέννησε Άρην και Κινύραν,
Κινύρας εγέννησε Δαβίδ,
Δαβίδ εγέννησε την ράβδον του Ιεσσαί.

 

Καλά ώς εδώ. Αλλ’ όμως από εδώ
το πρόβλημα ξανοίγεται  σε νέες εκτάσεις:
Οι Αχαιοί στις αμμουδιές της Κύπρου,
Ρωμαίοι στα πέρατα του τότε κόσμου,
μελαχρινοί γύρω από μια λεκάνη…
Με τον τροχό, τη λάσπη, τη φωτιά
το πανηγύρι στήθηκε. Χορεύουν σάτυροι,
καράβια, μεταλλεία κι αμάχες.
Βλέπουμε την πορεία των ταπεινών της γης,
τους κήπους των άφοβων βασιλιάδων,
τα δάση της Ευρώπης και της Αφρικής.
Απ’ την Ασία το μήνυμα, στη Δύση πίνακες
αγάλματα, υφαντά, χοροί απ’ το χέρι.

 

Ύστερα πέφτει το μαντείο κι η Πυθία γυμνή
φορεί ένα σκούφο, τρέχει να κρυφτεί.
Γίνεται κάτι κι η παράσταση τελειώνει.
Όλη τη μέρα κουβαλούσαν πτώματα.
Οι ακριβοί της γης κοντοζυγώναν
με φαναράκια και πολλά κουδούνια
στους ώμους, το λαιμό, τη ζώνη τους.
Απλώνανε άμμο, κρύβανε τις λιχουδιές τους,
μπαίνανε τα ποντίκια από τις τρύπες
των μυστικών καταπακτών.

 

Αλλά κι αυτό δεν κράτησε πολύ.

                                                                                   ΠΕΡΙΓΡΑΦΗ ΠΟΛΗΣ
Καθόμουνα μια μέρα σ’ ένα πεζοδρόμιο –
τρεις είδα κατά μένα Μοίρες να έρχονται.
Η πρώτη με τη δεύτερη με χαιρετάν αγριεύοντας,
η τρίτη μένει ακίνητη και σκοτωμένη.

 

Είχε χυθεί από νότο κάποιο λεωφορείο
μ’ αυτό που λεν αθανασία στα μέρη μας.

 

Εγώ, τυφλός από το καθετί που με περιέβαλλε,
πήγα ν’ αγγίξω το στήθος τους, να πω
για το ρετσίνι των πληγών μου που έτρεχε.
Γιατί αν μεγάλωνα σε πόλη, δεν ήταν πόλη
με τοίχους και πάρκα μονάχα, ήταν με φίλους.
Αυτές, αλύπητες από το θάνατο αδερφής τους,
με ρίξαν στο ποτάμι το βρόμικο και δεν πνίγηκα.
Και ήρθαν με ξύλα να με μποδίσουν να βγω
και με πετροβολούσαν.

 

Μαδημένος από το αίμα που μ’ έζωνε
κοίταζα να σωθώ λησμονώντας τους τύπους.
Πράματα αλλόκοτα, βγήκα σε ξένη στεριά
με ασημένιους ανθρώπους και ψόφια γατιά.

 

Θα χτυπούσα μια πόρτα με πολλήν ευγένεια,
μα τα χέρια μου λείπανε, μπορεί και τα πόδια μου.
Και προτίμησα να ξαπλώσω στην παραλία
κρυμμένος σε φύκια με κατράμι,
όταν ήρθε ο ύπνος να σταλάξει
στα ματοκλάρια μου πικρήν ασημόσκονη.

 

Κι αναστήθηκα νέος με ψόφια κι εγώ
στα χέρια γατιά. Και είδα πάλι τις Μοίρες.
Η πρώτη μου λέει «καλωσόρισες στο φτωχικό μας».
Η δεύτερη μου πέρασε ακριβό περιδέραιο.
Η τρίτη με προσκύνησε σα θεό της.
                                                                                             1972/1977

Ο ΗΛΙΟΣ
Όταν ο ήλιος με τις ασπροκίτρινες αχτίνες του
έπεσε πάνω στα γουρούνια, είδε με χαρά του
πως το καθένα είχε πόδια τέσσερα·
δυο για να γράφει, δυο να περπατά
κι όλα μαζί για να κοιμάται μες στη λάσπη του.

 

Ο ήλιος είναι θησαυρός ατίμητος:
Σε κάτι τέτοια ξεδιπλώματά του
αγγίζει τη χορδή του ζώου μ’ αγάπη.
Και δε φοβάται θάνατο – ακόμα κι αν του πεις
«ήλιε, για να ’μαστε καλοί συντρόφοι, βγάλε τρεις αχτίνες σου»,
μετά χαράς θα κάνει ό,τι θελήσεις.
Ή αν του ξαναπείς «ακόμα πέντε αχτίνες σου
πέταξε στο ποτάμι, κόψε απ’ το στεφάνι σου
σαράντα δυο διαμάντια», θα το κάνει.
Γιατί είναι ήλιος, κι ήλιος δεν πονηρεύεται.

 

Μονάχα σαν του πεις «και τώρα, ήλιε, σβήσε»,
θα καταλάβει τι έκανες και θα σε λιώσει.
                                                                                            1976

Η ΕΠΟΠΟΙΙΑ ΤΗΣ ΜΑΥΡΗΣ ΣΑΡΚΟΣ Α΄
Άνθρωποι μαύροι με άσπρα πανώ
κυριαρχούσαν στο γήπεδο της πατρίδας τους
με κάτι κοφτερά γαρούφαλα στους ώμους.

 

Τα πέλματά τους κίτρινα, καθώς πιθήκου,
έδιναν χαρακτήρα στο τοπίο,
σπρώχνανε το σκοτάδι, το ξυπνούσανε.
Τα πνεύματα του δάσους λίγα και αραιά,
οι μάγοι της φυλής γέροι σαπροί.

 

Δεν υπήρχε πια δύναμη γι’ αυτόν τον καταρράχτη
ούτε ο θάνατος χιλιάδων τους εμπόδιζε
στα γάργαρα νερά του αίματός τους
να διώξουν την αμμόσκονη άγρια.

 

Εφτά εκατομμύρια Κινέζοι τοιχοκολλητές,
χιλιάδες άλλοι βουδιστές επικαείς
μαζεύουν άστρα, κάνουν προγεφύρωμα
με σκέψη μεταξότυπη.

 

Οι μαύροι προχωρούν προς το λευκό μας πρόσωπο
εμποτισμένοι από ένα μαύρον ήλιο.
Β΄
Μη μου κοιτάτε που είμαι μαύρη εγώ,
είναι γιατί ο ήλιος με ξαρμάτωσε.
(α΄ 9) «Τη ίππω μου εν άρμασι Φαραώ ωμοίωσά σε»
και σαν τη ρώγα του μαστού της Αφρικάνας.

 

(α΄ 11) Κι ύστερα θα σου κάνουμε ομοιώματα
«χρυσίου μετά στιγμάτων του αργυρίου».

 

Της Ιερουσαλήμ οι θυγατέρες
γυμνόστηθες σαν είδωλα αναβαίνουν
λαμπροντυμένες φυλλοβόλα είδωλα
(γ΄6) αναβαίνουν από την έρημον «ως στελέχη καπνού».

 

Και ιδού το κλινάρι του Σαλωμών,
λέει ο χλομός ταξιθέτης.
Κουτσαίνει λίγο κι επαναλαμβάνει:
(γ΄ 7-8) «Εξήκοντα δυνατοί κύκλω αυτού,
κατέχοντες ρομφαίαν, δεδιδαγμένοι πόλεμον».

 

Στο μεταξύ ο μεγάλος βασιλιάς
(δ΄ 6) «έως ου διαπνεύση ημέρα και κινηθώσιν αι σκιαί,
πορεύσομαι», λέει, «εμαυτώ προς το όρος της σμύρνης».

 

 Μην τον πιστεύετε, άνθρωποι·
(β΄ 13, δ΄ 13) «αι άμπελοι, κυπρίζουσιν, κύπροι μετά νάρδων
(β΄ 13, ζ΄ 13) έδωκαν οσμήν, ήνθησεν ο κυπρισμός, ήνθησαν αι ροαί»
(γ΄9) κι αυτός μιλάει αλλιώτικα· «φορείον
εποίησεν εαυτώ από ξύλων του Λιβάνου».
           Γ΄
 Άλλα οι μαύροι αδελφοί μας
με ιδρώτινο αίμα στα μαλλιά και το πρόσωπο,
με το μύρο του ονόματός τους χυμένο στα χέρια τους,
επιδέξια ορμούν προς το θάνατο.

 

(ζ΄ 1) «Επίστρεφε, επίστρεφε, η Σουλαμίτις·
επίστρεφε, επίστρεφε, και οψόμεθα εν σοι».

 

Και καθώς οι μαύροι προχωρούν αγριομέτωποι:
΄(η΄ 5) «Τίς αύτη η αναβαίνουσα λελευκανθισμένη»,
σφραγίδα στην καρδιά σου και το χέρι σου.
(η΄ 7) «Ύδωρ πολύ ου δυνήσεται σβέσαι την αγάπην
(η΄ 6) ότι κραταιά ως θάνατος αγάπη,
σκληρός ως άδης ζήλος».

 

(η΄ 14) Για τούτο φύγε, «φύγε, αδελφιδέ μου,
και ομοιώθητι τη δορκάδι
ή τω νεβρώ των ελάφων
επί όρη των αρωμάτων».

 

Που σημαίνει μη φοβάσαι το θάνατο,
γι’ αυτόν επλάσθηκες, σε περιμένει,
αν θες να ζήσεις μια σταλιά λεύτερο αέρα,
να γίνει ο κόσμος μύρο διαχυμένο.
                                                                                         1976

Ο ΚΥΡΙΟΣ ΠΑΥΛΟΣ
–Με θυμάστε, κύριε Παύλο;
–Ποίος είσθε, κύριε;
–Είμαι ο Γιώργος του Χριστάκη.
–Σε θυμάμαι, αμ πώς !
Συ δεν ήσουν που όταν εγεννήθης
έτρεξα να φέρω το γιατρό;
Ύστερα σε βάφτισε ο πατέρας μου
κι έπεσε η πετσέτα στο νερό
κι έκλεισα την πόρτα μην κρυώσεις.
Σού ’δωκα να πιεις με κουταλάκι
και ζαλίστηκα ένα βράδυ να σε βρω
στη σκισμή ενός βράχου μ’ άλλους δυο.
Κάτω η θάλασσα, σα φίδι, ν’ αγριοκοιτά…
Αλλά πες μου, τι γυρεύεις εδωνά;
–Άδειασα τα χρόνια μου μακριά.
Βρήκα μια γυναίκα, την παντρεύτηκα,
ζήσαμε χιλιάδες χρόνια, τη χωρίστηκα.
Έκανα τρακόσια εικοσιδυό παιδιά.
Τα νοσοκομεία, τ’ άσυλα, οι ξενώνες,
τα πτωχοκομεία, οι σταθμοί κι οι γέφυρες
είναι γνώριμοι τους, Έχετε παιδιά;
–Έξι κι άλλα δέκα, νόθα δηλαδή.
Μόνο ένα δικό μου και ντροπή μου ορθή·
σβήνει τη ζωή του σ’ ακριβό πιοτί·
θα τον βρεις να βγάζει μπαλωμένο ατμό
και να χύνει δόξα σε παλιοκουβά.
Είναι γιος μου ωστόσο, πνεύμα από τη σάρκα μου.
–Κύριε Παύλο, τι δε θα ’δινα για να
μείνω λίγο ακόμα, μα ’χω μια δουλειά·
κάτι συγγενείς μου ψάχνω να τους δώσω
ένα μαντιλάκι, μια κολόνια, ζώνη,
τρία κουμπιά, μια κρέμα, πέδιλα, μπρελόκ,
την καμπάνα που έχει ο θείος μου καημό.
–Αν τον Ανάσταση λες παιδί μου, συχωρέθηκε.
–Τι; Και πώς εγίνη το κακό;
–Έσκυψε να δέσει τα παπούτσια του.
–Κύριε Παύλο, σε ποια γη τον έχουν τώρα
κι από ποια οπτική γωνία βλέπει αυτό το φως;
–Είχε τυφλωθεί πριν πέντε χρόνια.
Μια φορά είχε πέσει σε γαβάθα.
–Κύριε των Δυνάμεων! Και τι έγινε;
–Τον στεγνώσαμε καλά και τον ξαπλώσαμε.
Ξύπνησε από σφαίρα του πολέμου
με το αίμα να τον βρέχει στα δεξιά.
                                                            1975/76

Ο ΑΓΑΠΗΤΙΚΟΣ ΤΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΜΑΣ
Με κέρασε τ’ αδέρφι μου γλυκό φαρμάκι κι αίμα·
να ξαναπιώ ζητώ κι εγώ και λέω « κι άλλο ένα ».
Με κέρασε γλυκό κρασί στο αίμα βουτηγμένο
και με νερό της θάλασσας πρασινογαλαγμένο.
Ήταν η θάλασσα θολή και το καΐκι επνίγη,
με κέρασε τ’ ανάθεμα που τώρα με τυλίγει.
Ανάθεμα σε ανάθεμα, θάλασσα ανάθεμα σε,
που με κερνάς αγιόκλημα κι όλονα με θυμάσαι.
Παίρνω καΐκιν αρμυρό και θάλασσα αλλαγμένη,
να κατεβώ κι εγώ να ιδώ μια νύφη στολισμένη.
Η νύφη πλέκει το βαθύ το κύμα στα βυζιά της
και κλαίει και παρακαλεί να κάψουν τα προικιά της.
Κι ένας νυφιάτικος γαμπρός βάνει πολλά πλουμίδια
στη ζώνη και στα πέτα του και γύρου στα παϊδια.
Δεν ξέρει ο δόλιος τι του πλέχει το κακό καράβι,
θαρρεί πως θ’ αρματώσουμε μια κόρη με στεφάνι.
Πρώτος πηδάει στην κουπαστή, την ανεμογυρίζει,
κι αύτη του Χάρου τ’ όνομα γοργά του ψιθυρίζει.
Ο Χάρος είναι αλαργινός για το παλικαράκι
που ξέρει να γεννοβολά μπουνιές στο Φαληράκι.
Χάρε, του Χάροντα παιδί, χαραμοπλουμισμένε,
κατσικοκλέφτη, χαφιέ, βλακεντοχτυπημένε.
Ευτύς τον ναύτην άφησε με την κυματοπούλα,
ο Χάρος είχε μια δουλειά με τη βεζιροπούλα.

 

                                                                                        Μάρτης 1974

ΕΝΩΣΗ
Μένω από κάτω στη μηλιά
με χωρίς σταλιά λαλιά.

 

Κόβω μήλα, παξιμάδια
και χρυσά μαργαριτάρια.

 

Η καρδιά μου μ’ έχει δείρει
στο μεγάλο πανηγύρι.

 

Κλαίοντα είδα τον ανθό μου,
μνήμα προπατορικό μου.

 

 Σ’ ολιγάκι στην αυλή
τον καλό μου βλέπω Αλή
με μαχαίρι να με κόβει
και το χέρι να μου τρώγει.

 

Λένε πως κι αυτός με βλέπει
να του θραύω το κουρμπέτι.

 

Ασημένιε φίλε μου,
χρυσάνθεμο και κρίνε μου,

 

αν με σφάζεις εδωνά,
βάζω τέρμα στα φιλιά.

 

Αν σε σφάζω παρακάτω,
στείλε μου άγκυρα σε πιάτο.

 

Άλλα τι; Κι εγώ κι εσύ
έχουμε κάρδια μισή·
την ενώνουμε φεγγάρι,
βρίσκουμε ένα χαλινάρι
κι άλογο που να γυαλίζει
κι ομορφάδα να σκορπίζει.
                                                                   Ιούνιος 1974

 

                                    

Comments are closed