«Αμμόχωστος Βασιλεύουσα»

Η ΑΡΧΗ ΕΝΟΣ ΕΙΔΥΛΛΙΟΥ

Είχα γυρίσει το κεφάλι ανάστροφα και κοίταζα
τον ουρανό με τ’ άστρα ματωμένα.
Άγγιζε ο λίθος ο πελεκημένος
τη Ζώνη σου, τα μάτια σου ατημέλητα
ισιώναν την απείθαρχή μου ανάσα.

Φραγκοσυκιές, αρχή των αιωνίων.

Τώρα που βρίσκομαι κοντά σου, πόλη σιδερένια,
καλό είναι να σου δώσω κάτι δανεικά
που πριν σαράντα χρόνια πήρα από τα χέρια σου.

Πόλη με το φεγγάρι στα μαλλιά σου,
τον ήλιο ξέσκεπο, την ευωδιά ντυμένη
τα κρόσσια του Μαγιού, τη θάλασσα πλατάνι.

Εσένα θέλω, σένα λαχταρώ,
εσύ που κάποτε ήσουν άσπρο μεσοφόρι,
κι αργότερα, στου δολοφονημένου προέδρου τη γωνία,
ακίνητο κουφάρι, πατημένη θάλασσα.

Όταν η μέρα κλίνει προς το μέρος μου,
δικιά μου γίνεσαι για πάντα — μα τι τ’ όφελος;
Σε τριγυρίζει τώρα συρματόπλεγμα.
Ολάκερη μια πόλη μες στο κρατητήριο.
Να μένεις έτσι εκεί να μη σαλεύεις.
Χωρίς ψωμί, νερό, χωρίς ειδήσεις.
Τα ρουχαλάκια του μωρού σε μια ταράτσα
πλένει η βροχή και σιδερώνει ο άνεμος.

Άκου με τώρα, γιατί πια δε θα μιλήσω:
Σε λίγα χρόνια συ θ’ αποδοθείς
στην κυριότητα όλων συ θα περιπέσεις.
Νόμιμοι κάτοχοι κτημάτων και οικιών,
περιβολιών, ανεμομύλων και θαλάσσης,
η κεντρική πλατεία, η αγορά,
ο Δήμος όλος με την μπάντα του και ο Κήπος
θέλουν γυρίσει πάλι προς το μέρος σου.
Και συ, χαρούμενη για τα καθέκαστα, θ’ αφήσεις
τον ξεχασμένο σου έρωτα στην τύχη.

Δε φτάνει, πόλη των παλιών βημάτων μου, η ακμή σου
ίσαμε της θωριάς μου το κερκέλι.
Τραβάω πιο πέρα, δεν έχει ουρανό.
Σφίγγω τ’ αστέρια, έχουν άρτιο φως.
Αρπάζω λιχνιστήρι και ανεμίζω
τ’ άχυρα της ζωής μου σ’ άδειες πόλεις.
Ο κόσμος είναι επικερδές επάγγελμα.
Η φύση μου είναι βέβαια ν’ αποτύχω.

Ασπράδι ολούθε, μέρα σαραντάπηχη
κυκλώνει τώρα τον εχθρό σου εμένα.
Ξέρω πως λιώνεις μέσα στο μαρτύριο·
μια πόλη και να γίνεσαι φανταστική…
Δε σε κοιτάνε μάτια, δε σε σκάβουν άνθρωποι,
δε σ’ αναθρέφουν ρόδα κι άταχτα παιδιά.

Πολλοί, γεμάτοι ελπίδα και ρηχά αισιόδοξοι,
όταν θα πάμε πίσω, λένε, να κοπιάσετε.
Προχθές ακόμα γερο-πρόσφυγας μού λέει:
«Στην παλιογειτονιά μου δε γυρίζω,
εκεί έχει φασαρία και αλητόπαιδα.
Όταν θα πάμε πίσω στην Αμμόχωστο,
κανόνισα και βρήκα σπίτι αλλού·
ανήκει σ’ έναν κύριο που απόθανε».

θάνατοι πόσοι, πόση ελπίδα για το γυρισμό…
Εμείς οι δυο, το βλέπω, ακόμα δεν τελειώσαμε.

                                                                                                                                             Ιούνιος 1979


ΟΝΟΜΑ ΠΟΛΗΣ

Now happiest, lovelliest in yon lovely Earth.
whence sprang the ‘‘Idea of Beauty’’ into birth.
Edgar Allan Poe

Μήπως μιας πόλης όνομα η Αμμόχωστος είναι ψεύτικη;
Τεχνητό χώρισμα χώρου και γη της ουτοπίας;
Χρόνος από άμμο ψιλοδουλεμένη
καθώς κοιτάζεις τους λευκούς μαστούς;

Ποιος θα ’λεγε το αντίθετο;

— Λησμόνησες τους πρόσφυγες
που στέκονται αντικρύ της και τη χαιρετάν.
Ξέρουν να κλαίνε, την καρδιά τους να ραγίζουν
με βότσαλα της θάλασσας, τη μηχανή τους έχουν
του αυτοκίνητου και του τρακτέρ ξεκινημένη
μετωπικά προς τα φυλάκια των Τουρκώνε,
στα τεθωρακισμένα των οχτρώνε.

Πώς ομιλείς — εσύ, δε θα το πίστευα! —
γι’ αυτούς που είναι σαν φίλοι και αδελφοί.

Με παρεξήγησες, υποκριτή αναγνώστη.
Βλέπω μονάχα, την Αμμόχωστο ίσως, και αγαπώ·
θα ζήσουμε μαζί ο θάνατος κι η ζωή,
το ξέρω, το πιστεύω, κάνω και γραμμάτιο.
Τι δεν υπάρχει θάνατος μήτε κι οχτρός και πλάνη·
γι’ αυτό την είχα ψεύτικη την πόλη,
την πόλη που γεννήθηκα σαράντα αιώνες τώρα.

Όμως όταν κοιτάζω με τα κιάλια
την ανεπαίσθητη του στήθους της ρωγμή,
όταν απ’ τη μεθυστική πνοή της κρίνω πόσα
πλοία βουλιάξαν ή πετρώσανε κι ανθρώπους
βλέπω τριγύρω «να το σπίτι μου» εκφωνώντας,
τι να σου κάνω; Θλίβομαι, ακριβαίνω,
χειρίζομαι τη λέξη με βαριά καρφιά,
φωνάζω «εχθρός» αυξαίνοντας τη θλίψη
της ουτοπίας — οι λέξεις σου με σφάζουνε
δυνάστη της Αγάπης, Κύριέ μου, τραπουλόχαρτο

Ένυλη πλάση φέγγει γύρω στα μαλλιά σου.
Προσφέρουμε νερό, γλυκό και χάδι.
Όμως εσύ τι δίνεις, ε; Μια πόλη σου ζητάμε,
αν είναι αυτή που ζήσαμε τα ωραία μας χρόνια
ή που την παρατήσαμε στ’ αλώνια.
Αύγουστος 1980


ΤΗΝ ΕΙΔΑ

Την πόλη μου είδα· περπατούσε απά στα κεραμίδια
του λιγοστού απ’ τον ύπνο μου μυαλού μου —
θα με πιστέψετε, θαρρώ, ετούτη τη φορά.
Την πόλη μου, σας λέω, και όχι παραμύθια!

Την είδα ψες αργά το μεσημέρι —
δε με πιστεύετε, το βλέπω και είναι φυσικό.
Την είδα είτε στον ύπνο μου ή στον ξύπνο σας
κι ήταν κορίτσι μέγα έξω στη στεριά.

Το ζύγωσα, είναι αλήθεια, με προφύλαξη
φοβούμενος το θεό που το ‘πλασεν ωραίο.
Κοιμόταν ήσυχο, κι είπα να κάτσω πλάι
γιατί στραφτοβολούσε, θάμπωνε τα μάτια
κομμάτι από διαμάντι, που κι αυτό εκεί βρέθη.

Παράδοξο φυτό της φαντασίας του ύπνου!
Σαν σε δωμάτιο ήμουνα κι έπρεπε να περάσω
στην έξοδο που σφάλιζε του διαμαντιού η αχτίνα
με τρόπο που να μη με άγγιζε στα μάτια
γιατί ασφαλώς χανόμουνα με στάμπα του θανάτου.

Τέτοιο μεγάλο κίντυνο και πώς να του γλιστρήσω;
Ας περιμένω, είπα, να βραδιάσει
και βλέπουμε τα ύστερα. Και τι να ιδώ;
Το φως, άγρυπνο μάτι, εκεί να καρτερεί
γνωρίζοντας βαθιά το τι ποντίκιν ήμουνα.
Θα κάνω μια προσπάθεια, έβαλα στο μυαλό μου,
να του ξεφύγω πλάγια και γρήγορα σαν αστραπή.

Μ’ έκαψε ολόρθο στα πλευρά, την ώρα που αντιφέγγιζα
κι εγώ της χαραυγής.

Και τώρα, πριν πεθάνω,
ακούστε με όλοι, φίλοι και αδερφοί.
Την πόλη μου είδα να κοιμάται στη στεριά
(είχε κατέβει φαίνεται απ’ τα κεραμίδια).
Ήταν ωραία, σαν κόρη του ελαιώνα,
κι απίστευτα γλυκιά, πράμα ανεξήγητο.
Αφού, να φανταστείς, έχουν περάσει αιώνες
κι αυτή κανονικά θα έπρεπε να οδεύει
στ’ άνομα γερατειά και στο σκασμό του χρόνου.

Πώς κι έγινε το θάμα δεν το ξέρω
μήτε να συνεχίσω το μπορώ.
Τη νύχτα αυτή, πριν έλθει το τραγούδι,
θα ξανοιχτώ σε μέρη μακρινά και πία.
Ανθίζει στην ψυχή μου νυχτολούλουδο ήδη…

Ωραία και νέα η κόρη στο κάλλος της αγάπης,
όταν θα ξαναρχίσει να ηχεί.
Αύγουστος 1980


ΜΕΓΑΛΗ ΠΑΡΑΣΚΕΥΗ

Κι αφού απ’ τον ύπνο πέφτοντας η πόλη
κατακρεουργηθεί απάνω στα φτερά της,
εγώ τι κάνω, που τους βλέπω να σκουπίζουν
το αλμυρό της αίμα, όμικρο θετικό;

Άλφα και βήτα, μια και δυο σαν πάνθηρας
ορμάω με φαντασία στις αλυσίδες.
Στάθηκα τυχερός από το γάντζο τους
κι από ψηλά που ήμουνα τι βλέπω:
Την πόλη να πλανιέται σ’ άλλη πόλη,
τα αίματα να σμίγουν, να στοιβάζονται
κι ούτε να ξεχωρίζεις πια τη μάνα Μόρφου
απ’ την Κερύνεια και από την Αμμόχωστο.
Κι ούτε να λες χωριό της επαρχίας
τάδε και τάδε — τίποτα και όλα.

Διάβολε, κάτι γίνεται δωπέρα.
Γεννιέται αγάπη παρδαλή κι ασύνταχτη.
Σκουπίζω τον ιδρώτα απ’ τα φτερά μου,
κάνω το φως πιο μαλακό και σκάβω
τα στήθια του θηρίου — πάλι εγώ σε χάνω:

Ήσουνα εδώ, αντίκρυ του Λιβάνου,
καθάριζες τη μύτη με το δάκτυλό σου
και τώρα πήρες άλλη θέση· κάποιοι σ’ ανταλλάξαν
μ’ άλλο νησί στο χάρτη — λάθη που είναι ανθρώπινα.

Σύμφωνα με την ίδια λογική, ψάχνω και δε σε βρίσκω
στα χώματα που σ’ έχασα — τόσο μεγάλη πόλη
με σχέδιο ρυμοτομικό, ξενοδοχεία και πάρκα
και πού να πήγε; Ποια την υποδύεται σωσίας;

Στη θέση του Ισαάκ , της Ιφιγένειας,
κι άλλων μαρτύρων του θεάτρου, ποιο κριάρι,
ποιο σφάγιο ιερό φυτρώνει;

Δεν ξέρω τι να πω, τι να υποθέσω.

Τα πράγματα είναι καθαρά· μια πόλη
σε αμνημόνευτους καιρούς, μια πόλη μυθική,
της πήραν ξάφνου τη λαλιά και την τροχοπεδώσαν.
Άμποτε να ‘μουνα κι εγώ στην κοίτη του ματιού της
την ώρα που της σφάλιζαν τα σωθικά με κράμα
πηχτού κι ανάλγητου πολτού κατήφειας και σκισμάδας.
Μπορεί κάτι να γίνονταν, τ’ αλλόκοτα είναι λίγα,
τα περιττά πάρα πολλά κι η λεπτομέρεια πλήρης.
Μπορεί και να την έσωζα παίρνοντας απ’ το χέρι
την αργυρή ταυτότητα, κι ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ να γράφει,
και να ‘κρυβα μοναχικά στον κόρφο τ’ όνομά της
κάνοντας τάχα πως κοιτώ απ’ το παράθυρο έξω.

Τα κόλπα τούτα μου έμαθε πολυσχιδής λατρεία
της ιστορίας της μοίρας σου, πατρίδα ωραιοτάτη.
Μου μένει τώρα το κλειδί, το μαγικό κλειδάκι·
άμα το χάσω χάνομαι, το βρίσκω και με βρίσκεις,
εσύ μια πόλη αστόλιστη με χίλιους αφεντάδες
κι εγώ ένας κάλφας του ματιού και της καρδιάς σου πρόκα.

Μη φοβηθείς, μη λυπηθείς και μη λιποψυχήσεις.
Την ώρα που θα σε κεντώ με αγαπητή λατρεία
θα σε φυλάγω εφτά γενιές από την κουστωδία.

Θα γείρει το κορμάκι σου το χιλιοματωμένο
επάνω στο ασυμβίβαστο και κακομαθημένο
τραγούδι της νεράιδας. Σε περιζώνουν χάρες,
φυλλάδια της ανάστασης κι ερωτικές κιθάρες.
Σεπτέμβρης 1980


ΑΚΕΦΑΛΟ ΑΓΑΛΜΑ

Ακούω η κεφαλή σου μεταφέρθηκε
σαν τίμια κάρα στην Κωνσταντινούπολη.
Βυζαντινοί αυτοκράτορες με αντρεία
σε αποθέσανε στα κόκκινα και τα χρυσά.
Τ’ άστρο της Άγιας του Θεού Σοφίας
σε μελετά και σε σκεπάζει.
Και συ, γυναίκα, σε ώρα περασμένη,
ανοίγεις τα κλειστά σου ματοβλέφαρα.
Κοιτάζεις άδικα, που λείπουμε ταξίδι,
και μας καλείς «ελάτε στον οντά μου».
Όμως εμείς, περίτεχνο κεφάλι,
ζητάμε τ’ αποδέλοιπό σου σώμα
σε πόλη που σου μοιάζει. Αν το πετύχουμε,
θα πούμε αυτό το κόκαλο δικό μας.

Καημένη πόλη, τόσα χρόνια στο κρεβάτι
χωρίς της κορυφής το λυχνοστάτη
ακέφαλη και κρύα σαν το μολύβι.

Ας μη σε δω να συγχυστώ, πουλί μου.
Ξέρω που λείπεις, ακουστά είναι όλα.
Η κάρα σου σε μια πελώρια κούτα
γαρνιρισμένη σερπαντίνες κι αστεράκια,
χάρτινα όλα, σπόρους της αντρείας·
κοσμοταξίδεψε να εναποτεθεί
μεσ’ από οίκους ανοχής και καμπαρέ
στον ουρανό της πόλης που βασίλευε.

Μη με παρεξηγείτε που μ’ ακούτε.
Τη φυσική ανάμνηση θνητών υπηρετούν αυτά,
τον καθαρμό της μνήμης πάλι τ’ άλλα.


ΜΑΘΗΜΑ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ

Να πέσω νωρίς, να ξυπνήσω νωρίς
να βρεθώ με την πόλη μου στο κύμα μέσα —
όχι καπετανάτα και κραυγές· κρυφά οι καλοί
του χρόνου οι εραστές, μέ υψωμένο γόνατο
και γρόνθο στο κεφάλι των δυονώ τ’ άδειανό,
«Καλά να πάθουμε», να λέμε.
Χώλαινε κι έγερνε

η πολυκατοικία μας μέρα τη μέρα
και μεις —εγώ προπάντων— στοίβαζα έργα τέχνης,
καμάρωνα βιβλία, καθάριζα το πάτωμα.
Εγώ, γιατί για μένα λέμε κι όχι πια για σας.
εγώ που ήμουν άγγελος στο χέρι του διάβολου
και χόρταινα σιωπές κι αδέξια στόματα,
να τα φιλώ πρωί και μεσημέρι προ του φαγητού
και τρεις φορές το βράδυ με λεμόνι.
αυτός εγώ που εσείς σαν τι να λέτε να είμαι.

Το πρόβλημα ώς εδώ φτάνει στη μέση του.
Η λύση βρίσκεται στην αμμουδιά από κάτω
σε θεοσκέπαστους κορμούς των αγαλμάτων.

Μια μέρα πήγαμε ως εδώ φτάνει στη μέση του.
Η λύση βρίσκεται στην αμμουδιά από κάτω
σε θεοσκέπαστους κορμούς των αγαλμάτων.

Μια μέρα πήγαμε ως εκεί· μαζί μας (τούμπα Σαλαμίνας)
ο Δόκτωρ Χατζηιωάννου — η θάλασσα ήτανε στο κύμα.
Χαμογελούσε στο πλατύ καπέλο του
και πού να φανταστεί, και ΄μεις μαζί του,
ότι σε δεκαέξι χρόνια (και πολλά δεν είναι)
θα παίρναμε ραβδί της προσφυγιάς,
θα δέναμε πληγές κάτω από τα χαρούπια
και τα χρυσά των εσπερίδων μήλα της Ορμίδιας.

Αστείο μου φαίνεται, φίλε καλέ ίσως τώρα:
Εσύ να λες «να ζήσω να τελειώσω
το έργο μου, φυλάγω τη ζωή μου»
κι εγώ να συλλογιέμαι τα που πέρασαν.
Να συλλογιέμαι τα χωρίς κεφάλια
χοντρά μα κι ερημόκλειστα Ρωμαίων αγάλματα
στο γυμναστήριο να κοιτάν από παντού ένα δείχτη –
του Αττίλα, λένε, χέρι που ήταν – τώρα πια το ξέρουμε,
μα τότε, συ, μες στο πλατύγυρο χαμόγελό σου
σκεπάζοντας την τούμπα με τα βήματά μας,
που έκρυβε ποτάμιες θεότητες και δαφνώνες
και ζώα γλυκά και τόξα, μας φανέρωνες
ότι στου Δία την πόλη μπήκαμε για λίγο.
Για λίγο και για πάντα. Κάτι ξέρει ο χρόνος.

Μη μου πικραίνεσαι, καλή μου πόλη.
Πάρε στη χούφτα μου νερό να πιεις,
πουλιά για να πετάξεις, θάλασσα ως δροσούλα
στο μέτωπό σου και γιρλάντα, να σε ιδώ.
Αύγουστος 1980


ΑΡΧΗ ΙΝΔΙΚΤΟΥ

Τι είναι ο Πνυταγόρας όλοι ξέρουμε
ή θα μπορούσαμε να μάθουμε
(της Σαλαμίνας λένε που ήταν βασιλιάς)·
την Πνυταγόρου όμως, τη μικρή μου Πνυταγόρου
ανάμεσα Τίμιο Σταυρό και Αγία Ζώνη,
την ξέρω εγώ και μόνο εγώ. Αλίμονο σε μένα:
Ζηλεύω τις ποντίκες τουτουνού του δρόμου,
τ’ αδέσποτα σκυλιά, τους άγριους γάτους
που ερχόμενοι Ακροπόλεως και κατεβαίνοντας
οδό Πεντέλης και Ιλαρίωνος εκβάλλουν
στην Πνυταγόρου μου — καλότυχα παιδιά!

Ήθελα να ‘μουνα η ποντίκα του σπιτιού μου,
τ’ αδέσποτο σκυλί που μπαίνει στην αυλή μου
κι ο άγριος γάτος που ανοίγει το ψυγείο
να βρει το ξεχασμένο του κοτόπουλο.

Και να ‘μουνα το φίδι κι η τσουκνίδα,
το δέντρο που ξεράθηκε, η σπασμένη πόρτα,
πόθος ελίχρυσος που σκοτωμένος πέφτει
να κοιμηθεί σε δίχτυα της αράχνης.
Σεπτέμβρης 1980


ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΟΛΗ ΠΟΥ ΕΜΕΙΝΕ ΠΙΣΤΗ ΣΤΟΥΣ ΣΥΝΤΡΟΦΟΥΣ ΤΗΣ

Μες στην αμαρτωλή της φορεσιά
με απομιμήσεις δέντρων και πουλιών
κοιμάται πλάι στη δύναμη του ονόματός της.

Με την άμμο του ύπνου στα μαλλιά της
γαληνεύει τα όνειρα και τα σώματα
των πρωινών αγαλμάτων.

Φίδια της μαλακώνουνε τα στήθια.

Τι έχει να χάσει αυτή που τόσο λίγο νοιάζεται
για του θανάτου την ιτιά και τα χλωρά σπαθιά;

Σε λίγο θα γεμίσει στάχτη το δοχείο.
Και του προσώπου της η φλόγα, κάποτε ιερή,
θα πλύνει με βαμπάκι την πληγή της.

Η άκρη του ματιού της γίνεται αλμυρή.
Το φόρεμά της λιώνει στον κοιτώνα.

Ήτανε δροσερή στα πρώτα χρόνια.
Τώρα μουδιάζει στην καρδιά της παλαμίδας.

Αν έρχεσαι από μακριά, παρακαλώ,
τίμαξε τη βροχή από τα μαλλιά σου
κι εγώ θα καταλάβω τ’ όνομά σου.
Σεπτέμβρης 1980


ΤΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΤΟΥ ΝΕΡΟΥ

Εκεί που πότιζα τον κήπο
κατέβηκε ένας άγγελος ξυλάρμενος
και κάθισε στην πέτρα.

Δοσμένος όπως ήμουνα στο έργο μου
δεν πρόσεξα ευτυχώς την παρουσία του
όσο που παρά τρίχα να τον έβρεχα.
(Λίγες σταγόνες βέβαια δεν πειράζουν.)

Τον καλημέρισα καθώς καλημερίζουν
το γείτονά τους τα πουλιά. Θα ’ρθε να πιει νερό·
έτσι ψιθύρισα σχεδόν στ’ αυτί μου, όταν
ακατάδεχτος έφυγε ορχεύοντας στον αέρα.

Θυμωμένος του πέταξα ένα κουβά
και τον πίτυχα ίσα στο κεφάλι.

Ζυγώνοντας με δίκαννο στα δυο μου χέρια
και κυνηγού φλασκί και άρβυλα σπουδαία
τον έβλεπα να σούρνεται στα θάμνα.

Κακότυχε, του φώναξα, τι πολεμάς να κάνεις;
Όπλισα και του έριξα· οι χαρτούτσιες
σκορπίσαν πέρα δώθε, σαν ο στόχος να ήτανε
στην περιφέρεια κι όχι στο κέντρο.

Αυτό μου θύμισε τη Μια Μηλιά και τις Χαμίτ Μάντρες.
τους βροχερούς αλεξιπτωτιστές
και μεις με χίλια παρακάλια και κακήν κακώς
εξοπλισμένοι ρίχναμε.
Μες στα πορτοκαλιά μεταξωτά τους
κατέβαιναν και κρύβονταν από τις σφαίρες
τις κούφιες κι ανεπρόκοπες των Πανελλήνων.

Η προδοσία το χέρι πώς στολίζει
μ’ ανάξια φύση και με σκόρπια μάρμαρα!

Ένας μονάχα, ένας από λάθος
τ’ αγέρα ξέμεινε αλεξιπτωτιστής
ανάμεσο των δυο χωριών και της κραιπάλης
των όπλων απ’ τις δυο πλευρές. Σε μια παλιούρα
σούρθηκε αυτός, σ’ ένα κορμόν ελιάς.

Αυτό μου θύμισε όλος τούτος ο άγγελος
που σε καιρούς ειρηνικούς τον πίτυχα.
Θα έμενε ακόμα ξαπλωμένος
εκεί που βρίσκονται τ’ ανέμου τα ξεσκλίδια,
αν δεν είχα την πρόβλεψη να φύγω
και να κρυφτώ κι εγώ πίσω από φράχτη.

Ήρθε κοντά μου, μ’ άρπαξε από πίσω
κι «ηλίθιε», μου φωνάζει, «βλέπεις που μ’ αιμάτωσες;»
Κι από το σιδερένιο του κεφάλι
βγάζει ένα κουνουπίδι κατακόκκινο.
«Έλα μαζί μου τώρα για να μάθεις».

Πουλί που κώφευε στις άθλιες παρακλήσεις
του λαθροκηνυγού «μη, μη, παρακαλώ»,
στις παρακλήσεις του τοπίου «και σου
χαρίζω αυτό και κείνα και τα δυο βουνά»,
τίποτα, τίποτα, έτσι φτάσαμε στην πόλη
όθε κρατά η γενιά μου.

Τι ξέρεις από δαύτην; μ’ αρωτάει σφιχτά.
Του λέω το Σε γνωρίζω από την όψη,
προσθέτω και την κόψη, τα θαλάσσωσα.

Μ’ απαρατάει σαν καύκαλο χελώνας
και πέφτω σε όχθη ποταμού λιθίνου.
Σηκώνομαι κι εγώ και κούτσα κούτσα
πηγαίνω στο αδειανό ραφείο, χτυπάω.

Ήθελα λίγο παντελόνι και πουκάμισο,
παυσίπονα, φλεβίνη, λευκοπλάστη.
Βρήκα μονάχα μία πόλη ολοτσίτσιδη,
κρυμμένη μες στα θάμνα ως Οδυσσέας
να τρέμει σύγκορμη στα νύχια του χειμώνα.

Τόσο πολύ πυρετωμένη δεν την είδα,
ξέβαφη, δίχως πέδιλα, χωρίς ντουφέκι.
Τα δέντρα γύρω της σχημάτιζαν χορό
κι αυτή παρατημένη στο σωρό.

Τότε λησμόνησα κάθε μου θλίψη,
τη χάιδεψα και χάθηκα μες στο νερό
του λιμανιού, όλο καρδιά και στήθος.

Ήξερα πως σε λίγα χρόνια κάποιος άγγελος
μοναδικός, ευαίσθητος, σταγών αηδόνος
θα ’πέφτε μες στα χέρια μου κι εγώ το ψάρι
το φουρκισμένο απ’ τα παλιά μου τα καμώματα
θα επιδιόρθωνα τις σκέψεις και τις πράξεις μου.
Οκτώβρης 1980


ΤΡΕΜΕΙ Ο ΚΟΡΜΟΣ

Τρέμει ο κορμός μες στην καρδιά της ρήγαινας
τρέμουν τα φύλλα μες στα περιστέρια
τρέμει και τ’ αγεράκι μες στα χείλη.

Φωνή μεγάλη, που κρυμμένη ως είναι,
φίδι στο καύκαλο, αγναντεύει τον ορίζοντα.

Βλέπει τα σύννεφα, που τριγυρίζουν τους νεκρούς,
την κλεμμένη κιθάρα — πουλιά στις χορδές.

Ταξιδεύει με αυτοκίνητο της γραμμής
την πράσινη γραμμή, τη βένετη γραμμή —
κάμπος-γιαλός αδελφωμένοι πάνε.

Η Σαλαμίνα αντικριστά με σένα
ψάχνει για νέους κρυψώνες. Η Έγκωμη ζερβά
στο άκαρδο το φως παγιδεμένη.

Η δύναμη γεμίζει τα κουπιά.
Νομίσματα χρυσά μες στις πλεξούδες των κυμάτων
τα παρασέρνει ο Ποσειδώνας έξω.

Γυμνή αφιλόξενη γυναίκα
με το κοπάδι τα μαλλιά.
Ο Αχαιός την είδε τη λαχτάρησε.

Μ’ ένα πήδο τη ζέχνει στ’ άλογό του
γέρνει και τη φιλεί. Φυτρώνουν πόλεις,
παλάτια και παλαίστρες, θέατρα, αγορές.

Αυτός ο τόπος είναι μαγεμένος.
Ο χρόνος χάνει κάθε τόσο κι ένα δόντι,
κυλά ο τροχός αργά και μετρημένα.

Με το σκοινί μπορείς να μεταφέρεις
στη ράχη σου μια πόλη· την κρεμάς
να ξαποστάσεις στο κλαρί ενός δέντρου.

Εκείνη φεύγει αν θέλει, κι όμως μένει.
Γυμνή γυναίκα που έγινε καμάρα
υδραγωγείου — το νερό σαλεύει…

Άσκημα νέα, την πήρανε την πόλη,
πήραν και την παράλλη και την άλλη.
Βγαίνουν απ’ τους κρυψώνες τα παιδιά.
Γενάρης 1981


Ο ΞΕΝΟΣ ΟΝΕΙΡΟΣ
                                                    Μυστήριον ξένον ορώ και παράδοξον

Μια Ερινύα ξεπρόβαλε στον ύπνο μου
να δει τι κάνω. Κοιμόμουν, βέβαια.
Έπαιζα μ’ ένα ξύλινο μεγάλο ζώο,
νομίζω γαργαλούσα τα προγούλια του
σ’ ένα γιοφύρι, ξύλινο κι αυτό,
ενώ ξωπίσω μου ο διευθυντής μου
— καλό κι αυτό! — ρωτούσε αν η ποδίνα
πρέπει να γράφεται με γιώτα ή με ήτα.
Και πού καιρός για τέτοια μασκαρέματα·
γλωσσολογίες, ταξιαρχίες θανάτου…
Ας είναι, για χατίρι του ένα λεξικό
(Ζηκίδου λέγεται) μα τίποτα ως προς τούτο.

Τότε ήταν για καλά που έσκασε η Ερινύα,
το χοληκάδι της φουσκώνει ώς εκεί πάνω,
χτυπιέται, λέει γιατί, γιατί γιατί γιατί;

Λάθος αποστολή σε κεντρική πλατεία:
Εμένα βρήκε, τον ταλαίπωρο άνθρωπο,
να στήσει τον ιστό της και να της τον σπάνω,
να με καταδιώκει σαν Ορέστη,
να γίνομαι Ριμάκο, να με χάνει.
Να ξαναβρίσκει την αρχή του νήματός της
απ’ την οπή, τον λούρουππα του ονείρου,
να ξεγλιστρά ένα μάτσο δροσερές ελπίδες,
να την καταρρακώνω, να παιδεύω
τα χίλια δυο σημεία της και φουσκάλες
στις παρυφές του σώματός της, α, ζωή!

– Η Ερινύα τι είναι; με ρωτάει
φίλης πιστής ο λόγος με χαμόγελο.

Είχα ξυπνήσει. Γνώριμα ακρογιάλια·
παντόφλες και βιβλία, κελάδημα πουλιών.

– Θα δούμε στη συνέχεια, θα το βρούμε
ακολουθώντας τη συρμή του ποιήματος.
Το ποίημα ξέρει. Σχηματίζεται σιγά,
όπως η ζωγραφιά μικρού παιδιού.
Στο τέλος θα το μάθουμε, χρειάζεται
μακροθυμία, υπομονή και πίστη.

Ύπνος γεμάτος όνειρα παράδοξα
που χάνονται στην άβυσσο κάποιου άλλου
ονείρου ή ξύπνου δουλεμένου στην ακμή
ενός παμπάλαιου ύπνου εξυψωμένου
στο στήθος μιας αδέξιας Ερινύας
που κυνηγάει τη χίμαιρα κι έχει ξεπέσει.

Ας μην τα παραλέμε και παρασυρόμαστε
από αυτά που φανταζόμαστε πως είναι
στο φως των οφθαλμών μας απλωμένα.

Η Ερινύα υπάρχει σαν αμάλγαμα
της κόρης που ξεπόρτισε απ’ τον Οίκο
του φοβερού Πατρός. Ας πούμε κάπως έτσι:
Άνοιξε την πόρτα και βγήκε έξω.

Και βγαίνοντας αντάμωσε την περιστέρα
ψυχή, στον οργασμό του ύπνου της καλύτερα,
και πήρε κι απ’ αυτήν ένα κομμάτι.

Ήτανε μια φορά της Δίκης θυγατέρα.
Σαν πυργοδέσποινα έμοιαζε του ειδώλου της
Τώρα ζωσμένη φίδια και ξαγριέματα
δεν έχει ανάσα, μου ζητάει στοργή.
Που αυτή πασκίζει να διαβεί τη θύρα
την άλλη του φωτός που ακόμα πλαστουργείται
και δεν τελειώνει ώς το πρωί της άλλης Μέρας;

Πολύ πλεγμένα – τι να σου κάνω;
Σάμπως το θέλησε ο Θεός να ζήσουμε και μεις
με την Κερύνεια σφήνα μες στο μάτι
και την Αμμόχωστο, την πόρνη Αμμόχωστο,
να γίνεται σαν κολυμβήθρα του Σιλωάμ;
Και τι με τούτο; Ποιος ορίζει την αλήθεια,
το ψέμα τι είναι, τι και η ζυγαριά;
Mια και δεν είσαι από τα μέρη τα δικά μας
ξένε, στοχάσου την πορεία τ’ Αλέξανδρου.
Τη φάλαγγα τη μακεδονική,
τη Βαβυλώνα, τον Ινδό, την πλήρη δόξα
και τις μεθόδους των φυλών της γης.
Ωκεανέ, αν δεν είσαι από του ξένου τούτου
το σώμα ζυμωμένος, πάρε κι απ’ αυτόν.
Όσιρι, Βούδα, Ζευ Παμβασιλεύ.
Ιησούς Χριστός Νικά. Και τώρα πιες.
Μάης 1981

Comments are closed