«Θόλος»

ΤΟ ΜΗΛΟ
Παίρνοντας ένα μήλο απ’ το καλάθι
το μήλο του μαγούλου του παιδιού της
στο νου της έφερε, που τώρα θα σαπίζει
εκεί στη φυλακή.
Το καημένο ήτανε δεν ήτανε
δεκαεφτά χρονώ, δεν πήρε απολυτήριο
δεν πήγε στο στρατό, δε σκότωσε μια μύγα·
ευγενικό και ντροπαλό δειλό, αθώο.
Ξανάβαλε το μήλο στο καλάθι
γιατί θυμήθηκε (της φάνηκε πως είδε)
κι άλλες μανάδες σαν κι αυτή επί τουρκοκρατίας.
Για κείνες δε μιλάει κανείς,
αλλά γι’ αυτήν, για χίλιες, δυο χιλιάδες,
δόξα σοι ο Θεός, παράπονο δεν έχει:
Και υπομνήματα κι επίσημες δηλώσεις
κι επιτροπές και αποστολές ΟΗΕ,
κρατών και κυβερνήσεων, ομάδων και ατόμων
και παρατηρητών, ψηφίσματα, δεσμεύσεις,
συνέδρια, συμπαράσταση, εκθέσεις και ταμεία.
Όλα στην τρίχα, τέλεια οργανωμένα,
μ’ αρχείο, μ’ αυτοπεποίθηση, με ειδικάς αιθούσας –
το κράτος σαν μητέρα τα φροντίζει.

 

Αλλά το μήλο, μήλο στο καλάθι.
Δεκέμβρης 1982

                                                                         ΑΔΑΚΡΥΤΟ
 Σαν στέγνωσε απ’ τα δάκρυα η γυναίκα
κεντάει με κέντρο το Χριστό
μια μαξιλαροθήκη. Κάνει γύρω γύρω
τους δώδεκα αποστόλους με κεντίδι
πολύχρωμο και ζώνες απ’ τα θάματα:
τον παραλυτικό και το δαιμονισμένο,
την κόρη του Ιάειρου, το γάμο της Κανά
το Λάζαρο απ’ τον τάφο κι άλλα τέτοια.

 

 

Αυτά δεν το ’χε για σκοπό της να φορέσει
σε μαξιλάρι της – θα τα διπλώσει και θα βάλει
ξερά τριαντάφυλλα στις κόχες να μοσκοβολάνε
στο ερμάρι μέσα με τ’ απάρθενα προικιά.
Πες ήταν ένας τρόπος να τον κλάψει
ακόμα πιο πολύ, σαν στέρεψε η πηγή της.

 

Ιούνιος 1983

ΤΩΝ ΟΛΥΜΠΙΩΝ
Μέρα πνιγμένη στις δροσιές. Η μάνα από τα Λύμπια
πηγαίνει στη Βασιλική τη νύφη της και λέει:
«Ο Μιχαήλης, ξέρω το, ’έν θα ξανάρτει·
«Παντρεύτου κόρη μου, σγοιόν είσαι στον αθθόν σου».
«Και πώς το ξέρεις μάνα, πόθθεν έμαθές το;»
«Λαλεί μου το η προαίστηση, κοντεύκει χρόνος».
Βγάζει τα μαύρα η κόρη, μπαίνει στ’ άσπρα,
 βαδίζει σαν σε ξόδι για την εκκλησιά.
Γεννά παιδί, του δίνει τ’ όνομα του νεκρού.

 

Μάης 1984

Σημ.: Η ιστορία είναι αληθινή.

στ. 1 Λύμπια: Χωριό της επαρχίας Λευκωσίας, κτισμένο στα ερείπια της αρχαίας πόλης Ολύμπια (τα).

στ. 3 ΄Εν: Κυπρ., δεν.

στ. 4 Σγοιον είσαι στον αθθόν σου: Κυπρ., τώρα που είσαι στον ανθό της ηλικίας σου.

στ. 6 Κοντεύκει χρόνος: Κυπρ., πλησιάζει να συμπληρωθεί ένας χρόνος. (Σύμφωνα με τον άγραφο κώδικα ηθικής, αυτός που έχασε το ταίρι του μπορεί να παντρευτεί στο χρόνο απάνω.)


ΑΜΑΡΓΑΡΟΝ
Με το βυζί στον ώμο πήγαινε η γυναίκα
 να βρει τον ακριβό της κολοσσό.
Ψάχνει παντού, σκαλίζει με τα νύχια.
Ούτ’ ένα δάκτυλο ελληνορωμαϊκό
η μαύρη τύχη της Δε βρίσκει. Τι άδικο!
Να ‘χει πεθάνει αιώνες ο Θεός,
οι άνθρωποι πασκίζουν να τον θάψουν
και γη δεν τον χωρεί, ενώ αυτής
ο πικραμένος γιος -καλή του ώρα-
αόρατος και πανταχού παρών.

 

Σαν μπαίνει σε μουσείο κρύβει το βυζί
κανένα μην το ιδεί ακέφαλο άγαλμα,
μηδένας Διευθυντής Αρχαιοτήτων – σαν χέλι ο ακριβός
γλιστράει στ’ αμάργαρα νερά της θάλασσας.
Έτσι θα μείνει η μνήμη του για πάντα.
Και το βυζί της (γαλακτοτροφούσα)
το ντύνει με μια θλίψη.
  Νοέμβρης 1983

ΠΑΙΔΙ ΜΕ ΜΙΑ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ
Παιδί με μια φωτογραφία στο χέρι
με μια φωτογραφία στα μάτια του βαθιά
και κρατημένη ανάποδα με κοίταζε.

 

Ο κόσμος γύρω του πολύς· κι αυτό
είχε στα μάτια του μικρή φωτογραφία,
στους ώμους του μεγάλη και αντίστροφα —
στα μάτια του μεγάλη, στους ώμους πιο μικρή
, στο χέρι του ακόμα πιο μικρή.
Ήταν ανάμεσα σε κόσμο με συνθήματα
και την κρατούσε ανάποδα· μου κακοφάνη.
Κοντά του πάω περνώντας πινακίδες
αγαπημένων είτε αψίδες και φωνές
που ’χαν παγώσει και δε σάλευε καμιά.
Έμοιαζε του πατέρα του η φωτογραφία.
Του τηνε γύρισα ίσια κι είδα πάλι
τον αγνοούμενο με το κεφάλι κάτω.
Όπως ο ρήγας, ο βαλές κι η ντάμα
ανάποδα ιδωμένοι βρίσκονται ίσια,
έτσι κι αυτός ο άντρας ιδωμένος ίσια
γυρίζει ανάποδα και σε κοιτάζει.
Μάης 1979

ΣΤΑ ΣΤΕΦΑΝΑ ΤΗΣ ΚΟΡΗΣ ΤΟΥ
Είχε τριακόσια στρέμματα γης υπό κατοχήν
και τον πατέρα της στα βάθη της Ανατολής.

 

Θα παντρευόταν ευτυχώς ένα καλό παιδί.
Κατά την τελετή του μυστηρίου
δεν πρόσεξε κανένας τον πατέρα της.
Μπήκε απ’ το νάρθηκα κρυφά και στάθηκε
πίσω από μια κολόνα και καμάρωνε.
Ύστερα σκούπισε με το μανίκι του
το ξεσκισμένο και φτωχό του δάκρυ.
Τον πήρανε για ηλίθιο του χωριού
και τον αφήκανε στην ησυχία του.
Τελειώνει ο γάμος, και να χαίρεστε τα στέφανα.
Παίρνουν κουφέτα και λουκούμια, μπαίνουν
καθένας στ’ αυτοκίνητό του, χάνονται.
Ο στοργικός πατέρας πάει κι αυτός
στην Πράσινη Γραμμή, περνά σκυφτός
παίρνει ξανά τη θέση του στο χώμα.

 

Γενάρης 1983

στ. 13 Λουκούμια: Κυπρ., λοκκούμια. Προσφέρονται στους γάμους. Παραδοσιακό γλυκό της Κύπρου, που μοιάζει με κουραμπιέ.

στ. 16. Πράσινη Γραμμή:  Διαχωριστική γραμμή που μοιράζει στα δύο τη Λευκωσία, ελεύθερη και κατεχόμενη.


ΕΝ ΓΑΣΤΡΙ
Μες στο σκοτάδι έπιασα να σου μιλήσω
Θεέ για τους καμούς μου· αγκαστρωμένη
τον Αντρίκο μου τότε, το θυμάσαι,
σου είπα «κάμε, να χαρείς, το θαύμα σου
να πάμεν πίσω στο χωριό μας Άσσια».
Και συ μου είπες, μεγαλόγνωμε Θεέ,
πώς δέχεσαι, αρκούσε ο πηγαιμός μου
να τον αντάλλασσα με ούλλους τους αγνοούμενους.
«Δεν θέλω στες μανάδες τους να κάμω τέτοιον κακόν… »
                     Μου ’δωκες άλλη λύση:
Να χάσουμε ούλλα τα γεννήματά μας,
τη γη μας να ξεγράψουμε για πάντα
και θ’ αναστήσεις έ ν α ν απ’ αυτούς.
Με λίγα λόγια ήθελες, αφέντη,
ν’ αντιχαρίσεις μια ψυχή σε χίλια χώματα.
«Σου δίνω», είπες, « εκλογή για να διαλέξεις
ποιον θα γυρίσω πίσω και να χάσεις
την πατρική σου γη κι όλη την Κύπρο
που με το γιο μου συστενάζει σ’ ένα τάφο».
Ήμουνα κιόλας έτοιμη σαν μάνα
να το δεχόμουνα, με όρκους να γυρίσεις
ένα τουλάχιστο κομμάτι από τη γη μας,
όταν εσύ, ο Θεός, αλλάζεις γνώμη
κι αντιπροτείνεις άλλα· θα το πω
για να φανεί πόσο σκληρός εστάθης
σε μένα την αγκαστρωμένη μεσαρίτισσα.

 

Λαλείς μου: «Σκέφτηκα στη θέση του δικού σας
 να φέρω πίσω μάλλον ένα Τούρκο,
Τούρκας γυναίκας μάνας γιο χαμένο.
Μόνο με θέληση δική σου θα το κάνω
μ’ αντάλλαγμα τη γη σου να ξεχάσεις.
Δέχεσαι να τη χάσεις μια για πάντα,
να σώσεις ένα Τούρκο, να φέρεις στη ζωή
αυτόν απ’ όλους;» Όχι, όχι! εκραύγασα.
Όμως εκείνο τ’ όχι τώρα με θερίζει
σαν το δρεπάνι μες στο μεσομέρι
της Μεσαρκάς και κλαίω και σε παρακαλώ
να λυπηθείς τον γιο σου πού τον άφησα
σε ξεχασμένο τάφο, τάφο δανεικό.

 

Δεκέμβρης 1984
στ. 5 Άσσια χωριό στην πεδιάδα Μεσαορίας. Ογδόντα τέσσερις κάτοικοί του είναι ακόμα αγνοούμενοι

Comments are closed