«Μεθιστορία»

ΜΑΡΚΟΣ ΕYΓΕΝΙΚΟΣ
Ήμουνα με τον Πρόεδρο και το Γενικό Γραμματέα
(τρίτος αξιωματούχος, ο Ταμίας, εκωλύετο)
και μιλούσαμε τρώγοντας για το ανθρώπινο γένος.
 Ο Πρόεδρος φαινόταν ευδιάθετος·
κατάπιε για την ώρα τρία κοτόπουλα,
πέντε ταψιά πατάτες και σαλάτες,
ορεκτικά και φρούτα και ποτά.
 Ο Γενικός ακολουθούσε κατά πόδας
κι έρευε κι έλεγε «ό,τι φάμε μας μένει».
 Εγώ ο ταλαίπωρος εκπρόσωπος της εναλίας
φοβόμουνα μην πάθω καθώς ο Μάρκος Ευγενικός
που έμεινε μπουκάλα στη σύνοδο της Φλωρεντίας.
Για όσους δεν ξέρουνε το ιστορικό
—που να το ξέρουν; έχουνε περάσει τόσα χρόνια—
ο Ευγενικός ήταν ο μόνος που αρνήθηκε
να υπογράψει τη χάρτα της Ένωσης των Εκκλησιών
Ανατολής και Δύσης· δεν τον κακολογώ,
κάποιος θα έπρεπε να πει κι ένα Όχι,
και ποιος ελληνικότερος από αυτόν;)
 Φοβόμουνα λοιπόν, όμως ο Πρόεδρος
κι ο Γενικός κοιμούνταν του καλού καιρού
πάνω στα γένια τους και τα κρασιά του –
Θα πάρω το ποτήρι από χέρι
του πρώτου, το μαχαίρι από τον δεύτερο
και θ’ αποτραβηχθώ αφού σκεπάσω
με το μεταξωτό τραπεζομάντιλο
τους εφιάλτες τους.
  Εκεί που έβγαινα από τ’ αρχοντικό
(Μάη μήνα, είκοσι και κάτι)
ο Ευγενικός που ενελόχευε υποθέτω
πίσω από μια κουρτίνα μ’ άρπαξε απ’ τον ώμο.
 «Είμαστε τώρα δυο», μου λέει και με φίμωνε
Έτσι δεμένον, με γεμάτο δάκρυα,
με σέρνει σε καράβι πού ελλιμενιζόταν
εκεί κοντά και καβατζάραμε γοργά
χωρίς κουπιά.
 Ο Διονύσου πλους —γνωστή εικόνα
του Εξηκία— επιταχύνει το ταξίδι.
Αφού με ξέδεσε ο ευγενικός,
«θα σου αφιερώσω ένα τραγούδι»
λαλεί κι αρχίζει κάτι σαν ψαλμό.
 Τόνε συνόδευα με την κιθάρα
που βρέθηκε στα χέρια μου και προχωρώντας
σε κόσμους του Αιγαίου, νερά της Κύπρου,
αράζουμε στη μύτη του βουνού.
«Από εδώ», μου λέει, «θα δεις ακόμα
πολλά — μη φοβηθείς, συ που εφοβήθης,
μη λυπηθείς, συ που ελυπήθης· χαίρε».
Κι όπως μ’ αφήνει μ’ ένα σάλτο που έκανε,
τον ένιωσα το δύστυχο που αμάρτησε
με το να παραμείνει ελληνικότατος.
Όχι πως θ’ άλλαζε ο πλους της Ιστορίας
κι ούτε θα φτάναμε σε μια μορφήν αγάπης
μεταξύ των ανθρώπων πρακτικότερη.
Όλα θα γίνονταν ωσάν και τώρα.
Όμως αυτός διαγράφει την τροχιά του
καθώς προείπε ο άγνωστος προφήτης
που κατοικεί στον Άδη.
                                                          Ιούνιος 1983

 Ο ΚΑΛΥΤΕΡΟΣ ΠΟΙΗΤΗΣ ΤΗΣ ΑΛΕΞΑΝΔΡΕΙΑΣ
Έτσι τουλάχιστο πιστεύαμε ώσμε τώρα.
Ώσπου μια μέρα πέθανε ο Καβάφης
και τότε ανακαλύψαμε πως ήταν
και του Καΐρου ο καλύτερος ποιητής
και των Θηβών, της Καχιρά, της Μέμφιδος,
μα και του Νείλου – ο καλύτερος κροκόδειλος.
Πήραμε σβάρνα τα χωριά να διαλαλούμε
την ανακάλυψή μας, φτάσαμε ώς Αμέρικα
πότε με καραβέλα, πότε με ωτοστόπ.
Απ’ το πολύ να λέμε, να και η Αττική
στα γκρίζα της ντυμένη μέσα σε μια φούσκα.
Τη λυπηθήκαμε κι αυτή· να της το πούμε
καλύτερα από τώρα, πριν το μάθει
ξάφνω και πάθει κατιτίς κακό.
– Γνωρίζεις τον Καβάφη;
(Τον γνωρίζει).
– Ξέρεις τι κάνει αυτός;
– Έχει πεθάνει.
– Σωστά, μα ξέρεις πόσο εκεί τονέ λατρεύουν;
Νεκροί όλη τη μέρα στο πουγκί του
ξεχειμωνιάζουν, κι ο Θεός ακόμα
περί πολλού τον έχει, δεν τον πιλατεύει.
– Α, μπράβο, μπράβο! Κι έλεγα κι εγώ…
– Σώπα μωρή κουφάλα τ’ς Αττικής
κι έλα να πιάσεις απ’ την άκρη το κορμί του,
το θείο κορμί του, το θεσπέσιο σώμα
της ποίησής του, το άπαντο της ομορφιάς του.
Θα τρελαθείς, θα παλαβώσεις σα θα δεις
αυτό που βλέπω εγώ. Το βλέπεις; Κοίτα!
Άμστερνταμ, Νοέμβρης 1985

 ΜΟΝΤΕΛΟ ΤΟΥ 1880
Από ψηλά περνούσε ο Θεός με το ποδήλατο·
τα γένια του μπερδεύονταν μέσα στα σύννεφα.
«Ο κύριος Υπατίδης», είπα, ότι έλαχε
στην ώρα επάνω να διαβάζω για το εμβόλιο
ενάντια στον ιό της ηπατίτιδας.
Όχι μου λέει αυτός, εμένα δεν με ξέρουν
του κεφαλιού μου οι τρίχες, βούλωσ’ το λοιπόν.
Τι να ’κανα; Σωπάινω, με κεφάλι να!
Γιατί μου φάνηκε πως είχε και μπαστούνι
για να χτυπάει την μπάλα· μου ’ρθε κατακούτελα.
Κι όπως από τη μύτη μου το αίμα
έρρεε και ξωμάκραινε απ’ το σώμα μου,
εγώ δεν είχα πού να στηριχτώ.
Πήγα στο Διάβολο και το και το.
Άκου, μου λέει, σε ξέρω από μικρό,
είσαι καλό παιδί, μια συμβουλή σου δίνω:
Άμα ξαναπεράσει πάνω σε ποδήλατο
πάρε αυτό που βλέπεις το καρφί
και τρύπησέ του το να σε θυμάται.
Ευχαριστώ και πήρα το καρφί
και τρύπησά του τον τροχό του ποδηλάτου
κι απ’ το πολύ να με θυμάται με κατήντησε
να μην μπορώ να σταματήσω – γράφω ποιήματα
και πάλι το αίμα ξωμακραίνει από το σώμα μου.
Λύση καμιά. Διαβόλου θεραπεία
Σαν πήγα να γυρέψω, κόβω τα ήπατά μου.
Καλά να πάθω, και σας συμβουλεύω –
σας ξέρω από μικρούς, σας αγαπώ πανάθεμα –
να μ’ αποφεύγετε, σαν διάολος το λιβάνι.
Φλεβάρης 1986

 ΓΕΝΟΥΚΙΟΣ ΚΗΠΟΣ
Στο Λευτέρη Μοντάνιο
Θρυλείται μια φορά κι έναν καιρό
πως ο γενναίος στρατηγός Γενούκιος Κήπος
το μυρωδάτο του όνομα έσκυψε να ποτίσει
και το ρυάκι εγυάλιζε κι αλίμονο είδε
στο νικηφόρο του κεφάλι ταύρου κέρατα.
Ανοίγει ευτύς τον Ιούλιο Καίσαρα και τον Μάκμπεθ
–ήτανε Μάρτης μήνας, ο ήλιος εβασίλευε–
και τι διαβάζει: «Αν πορευτείς με το στρατό στη Ρώμη
θα γίνεις βασιλιάς». Άι, άι.
Ποιος του ’πε να διψήσει; Θα μπορούσε
ν’ αντέξει άλλες δυο μέρες και τρεις νύχτες
όσο να πέσει πτώμα στη στρωμνή του.
Κάθε νησί έχει κάποια δοκιμαστικά
Βουνά, κι αν θες την άποψή μου, βάλε τα
μπροστά σου, Κήπε, και όνειρο γενού σκιάς.
Την πήρε την απόφασή του – με άκουσε·
γοργά καλεί το στράτευμα, τους αναγγέλλει
πως η Δημοκρατία που ρίζωνε βαθιά του
ορίζει κι επιβάλλει ν’ αυτοεξοριστεί.
Για να μη γίνει παντοδύναμος διαλέγει
τη θεϊκή ευλογία· ηλίθιος παραμένει,
αναίρεση διαβόλου διά παντός.
Μα είχε ψυχήν η Σύγκλητος· του δώρισε
γη για να την οργώνει με τα βόδια –
ζωή να τη στολίζουμε κοτρόνια.
Αλλά κι αυτός δε μένει μ’ άδεια χέρια.
Τις πέτρες που αναφέραμε τις βρίσκει
με μία λέξη αναντικατάστατες.
Στη θέση του ηγεμόνα στύβει χώμα
στα μάτια του φεγγίζουν αγγέλων στρατιές.
Σεπτέμβρης 1992

ΠΡΟΣΚΛΗΣΗ ΣΕ ΔΕΙΠΝΟ
I
Είναι σαν να σε καλεί στο Δείπνο της Βασιλείας του ο Θεός και συ
του λες: Ευχαριστώ, δεν έρχομαι γιατί νηστεύω (ή: έχω φάει).
—Έλα έστω για ένα ποτό, έναν καφέ, ένα φρούτο.
—Δυστυχώς δεν μπορώ. Με … περιμένουν!
Εκείνος επιμένει: Έλα τουλάχιστον στη συντροφιά μας και
μην πάρεις τίποτα. Να σε νιώθουμε τουλάχιστον ανάμεσά μας.
Του απαντάς: Δε γίνεται άλλη φορά;
Αυτός για Σένα κλαίγοντας πικρά το Δείπνο της Βασιλείας του
ακυρώνει. Και όσοι ετοιμάζονταν να προσέλθουν, εμβαίνουν στ’ αυτοκίνητά τους ήσυχα, πηγαίνουν σπίτι τους να κοιμηθούν. Η νύχτα
τους σκεπάζει με το χιόνι. Παρθένο πόδι πλέον δεν εισχωρεί στην
ουδέτερα ζώνη. Κόκορας λαλεί.
Είναι όμως και άλλοι που φλέγονται να έρθουν στο Δείπνο — το
λαχταράν μ’ όλη τους την ψυχή, μ’ από φόβο διστάζουν, από αδεξιότητα τρομάζουν, από λειψή θαρρώ κοινωνικότητα το πρόσωπο
τους αποστρέφουν.
Αυτούς ο Θεός τους προσκαλεί κάθε φορά με τη μεγίστη ευγένεια.
—Όχι, Όχι, Όχι.
Τους λέει περάστε, προσέλθετε, φως και πνοή μου, επανέλθετε
στην τράπεζάν μου!
Όμως ετούτο ακριβώς τους ταράζει. Ποιος είπε του Κυρίου
πως δε θα ήθελαν να είναι οι πρώτοι και οι καλύτεροι στο Δείπνο
του; Πεινούν πολύ. Μήνες και χρόνια να γευτούνε φαγητό, μήνες
και χρόνια να εναγκαλισθουν και ν’ ασπασθούν εαυτούς και αλλήλους.
Μην πείτε πως ο Θεός δεν προσπάθησε να τους συμπαρασύρει
στο Δείπνο του κι αντάξια να τους τιμήσει σκίζοντας θύρες και παραπετάσματα για να έμπουν με την αόρατη ακολουθία τους.
Με φιλάνθρωπην ως πάντα τυραννία τους ελκύει στον οίκο του.
Καλεί το δούλο του και λέει: Πάρε αυτές τις προσκλήσεις και
όσους πετύχεις στο δρόμο «ανάγκασον εισελθείν, όπως γεμισθή ο
οίκος μου»· εάν αναλάβω τας πτέρυγας μου κατ’ όρθρον, θα σε
πάρω μαζί μου — έτσι λέει ο Ψαλμός.
Και ο δούλος εξέρχεται. Μα στη βιάση του απάνω σκοντάφτει,
γκρεμίζεται, χάνεται.
Ο Κύριος του Δείπνου ακαρτερεί. Και περνάνε οι μέρες, οι
μήνες, τα χρόνια, ωσάν πολιορκητικές μηχανές. Θεέ μου, λέει ο Θεός
και τώρα τι θα κάνω;
Βρίσκει μια κούκλα ρούχινη, την πιο παλιά, την πιο μαδημένη
της παιδικής του ηλικίας· τη βάζει δεξιά του. Εις το όνομα των Απόντων, των Πεινασμένων και των Διψασμένων, εις το όνομα της αδιαιρέτου Αγίας αυτής Τριάδος, αρχίζουμε να μνημονεύουμε τα
εκλεκτά εδέσματα.
Μάρτης 1993

ΤΟ ΔΕ ΤΗΝ ΠΟΛΙΝ
 Ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
έγραψε μοναχός (γραμματικό δεν είχε)
εκείνο το καβαφικό «Το δε την πόλιν
σοι δούναι, ούτ’ εμόν ούτ’ άλλου
των κατοικούντων —λέει— εν ταύτη». Ασφαλώς!
«Κοινή γάρ γνώμη πάντες αυτοπροαιρέτως
αποθανούμεν (συν, θαρρώ, Υπερμάχω)
και ου φεισόμεθα της ζωής ημών».
Σφραγίζει το χαρτί με δαχτυλίδι
βασιλικό (κανένας δεν υπήρχε
για να το παραδώσει) πάει στα τείχη
το δένει σε μια πέτρα ημιπολύτιμη
κι από τα κει στα χέρια του σουλτάνου.
Ή, κατά μια νεότερη εκδοχή,
φωνάζει το ασκημένο του γεράκι
και του το δίνει με ρητή διαταγή:
«Αυτοπροσώπως, διά χειρός, ιέραξ».
Ίσως και να μπορούσε αυτός να χύσει
όλα τα δάκρυα της Χριστιανοσύνης
αν ζούσε ακόμα. Ήτανε γραφτό του
να χάσει το κεφάλι και τα πέδιλα.
Πριν λίγες μέρες, όταν πήγαινε με τ’ άλογο
να μπει στο θλιβερό παλάτι, τόνε φτύναν
ξωπίσω του οι μαινάδες· «στα τσακίδια».
 Για μια στιγμή του ήρθε να κραυγάσει
μπροστά στη Θεοτόκο μέσα στο ναό
και με το κοντομάχαιρό του να τελειώσει.
 Θυμήθηκε πως ήταν αυτοκράτορας
και το Βυζάντιο τον παρηγορούσε
στην έρημη γωνιά κάτω απ’ τον άμβωνα.
«Πάψε —του λέει— να κλαις. Θώρε και μένα».
 Οι δυο υπέροχοι άντρες —ο αυτοκράτορας
και το ελληνορθόδοξο βασίλειο
με βουητό ένδοξων παραδόσεων—
το νιώσανε μεμιάς πως «αυτοπροαιρέτως
αποθανούμεν» (ήταν μια καλή
φράση της ιστορίας). «Και ου φεισόμεθα…»
Λοιπόν ο Κωνσταντίνος Παλαιολόγος
με πορφυρά τα δάκρυα στην καρδιά του
και με καθάρια μάτια ονειρεμένα
κλείνει τη θύρα της Αγίας Σοφίας
κι ανάλαφρα πετάει στο θάνατό του.
 Μάης 1983

ΕΛΛΗΝΟΡΩΜΑΪΚΟΣ ΠΟΛΙΤΙΣΜΟΣ
 Σε μια κατάφυτη τοποθεσία κοντά στον ποταμό
εκτείνονταν ο Ιππόδρομος της παλαιάς Κορίνθου.
Εκεί ο Νέρων της Νεμέας δαμάτωρ
ηθέλησε να δοκιμάσει τις δυνάμεις του,
ήγουν να καταγάγει έναν ακόμα θρίαμβον.
Λοιπόν ανέβηκε στο τέθριππόν του
κι ακράτητος σαν πάντα ο πολυνίκης
Ρωμαίος αυτοκράτωρ εφορμά.
 Κακοτυχιά· παθαίνει εν’ άλογό του
διάστρεμμα κι οι Έλληνες αμέσως
το αντικατασταίνουν μ’ άλλο σφριγηλό.
Κακοτυχιά· του βγαίνει ένας τροχός
κι οι Έλληνες υπέροχα επεμβαίνουν
κι αρμόζουνε στο δίφρο του άλλο στέρεο.
Κακοτυχιά· λύθηκαν τα λουριά
και τ’ άλογα ξεκάρφωτα σκορπίζουν.
Μα οι καλοί σου οι Έλληνες, προπάντων
εκείνοι που μαζί του παράβγαιναν
επάνω στ’ άρματά τους, πάραυτα τραβάνε
τα ρέτινα και τ’ άλογα φρενάρουν.
Έτσι σαν πρώτος πάντα τερματίζει
με δίχως τέθριππον — και τι με τούτο;
Γεννήθηκε για να ’ναι θριαμβευτής,
προ του κινδύνου δε να μη ορρωδεί.
Οι Έλληνες που ξέρουν από τέτοια
επευφημούνε μανικά εν εξάλλω καταστάσει.
Αν δεν ήτο Ρωμαίος, θα ήθελε ρητώς
να είναι Έλλην — ζείδωρος αυτός
στη λογική και ορθοφροσύνη τους
θέλει φανεί· το χειροκρότημά τους
αξίζει απαλλαγή φορολογίας,
τα φύλλα δάφνης που τον ραίνουν ασφαλώς αξίζουν
την αναγόρευσή τους σε Ρωμαίους πολίτας.
Αλλ’ όχι, μα τον Δία, να συνεχίζουν
τις βροντερές ιαχές των — έτσι που το πάνε
θα του ξαφρίσουνε τη βασιλεία.

Μάρτης 1993


ΙΣΤΟΡΙΑ ΜΕ ΑΛΟΓΟ
Κάποιες φορές με βλέπουνε καβάλα στ’ άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.
Τρέξε να δεις, μου λέγουνε. Κι εγώ δε βλέπω.
 Όμως μια μέρα σαν κι αυτή –παράξενο!– είδα
τούτο που λέγανε. Και μη νομίσεις
πως σου μιλώ για πήγασους και τα τοιαύτα.
Άλογο ήτανε γερό και στιβαρό
χωρίς φτερά και μ’ ένα χαλινάρι
χοντρό σαν το χαλάζι – εγώ π’ ουδέποτε
σ’ άλογο ανέβηκα, και να καλπάζω.
Κάνω να χαιρετήσω από τη γη μου
τον ουρανόσταλτο εαυτό μου –τέτοιος βλάκας–
στην οικουμένη άλλος δε γεννήθηκε.
Γιατί ο που μ’ άλογο περήφανο άγρευε
το χώρο πάνωθέ μου, αγριοπέταλη έριχνε
ματιά και χαλασμένη· συντρομάχτηκα.
Όσο τα πάνω μου να πάρω, ν’ ασηκώσω
λίγο την όψη μου και την ψυχή μου
ξανακυκλώνει με και μ’ αγγελόσκιαζε
σειώντας σακί σαν κνούτο
που ’χε φεγγάρι μέσα του ή φουσκωμένον ήλιο.
Αλλά κι εγώ τους άλλους παραβλέποντας
που τον επευφημούσαν με μαντίλια
κι αρνιά παχυμερά καί κροταλήματα
παίρνω απ’ του βάλτου ένα καλάμι και το κάνω
σάμπως σε γιόστρα –φοβερό κοντάρι–
κι όπως με πλεύριζε τρυπώ τ’ άσκί
γκρεμίζω τ’ άλογό του.
Αν ήσουν μάνα κι έβλεπες θα σπαρταρούσες
τον ήλιο που ξεφούσκωνε θρηνώντας
και τον παλικαρά σου που χωρίς
εκείνο τ’ άλογό του το ’βαζε στα πόδια.
 Όμως τον πρόλαβα μπροστά στο βασιλιά
και μια και δυο τον ξετελειώνω — να μη λένε
Οτι με βλέπουνε καβάλα στ’ άλογό μου
επάνω από τον ουρανό της Λευκωσίας.
 Σεπτέμβρης 1987

ΤΟΝ ΙΟΥΛΙΟ ΤΟΥ 1261
Ο στρατηγός Καβάφης και ο συνάδελφος του Αλέξιος
Στρατηγόπουλος
ελαύνοντας με λιγοστές δυνάμεις εις την Σηλυμβρίαν
απροσδοκήτως επληροφορήθησαν την ύπαρξιν
της προσμενούσης Κωνσταντινουπόλεως.
Αλλ’ ας σοβαρευτούμε. 0ι δύο αυτοί Ικανότατοι άνδρες
ηγούμενοι ολίγων (οκτακοσίων) ιππέων
καλό μαντάτο επήρανε από τους εγχώριους
(απ’ τα τσαπιά κυρίως και τις δικράνες τους·
ανθρωπινή λαλίτσα είχαν αυτά)
αφύλαχτη κι αφρούρητη η Βασιλίς πως ήταν.
 Και είπε ο Καβάφης: «Εφόσον το ’φερε ο Θεός να λείπουν στις
δουλειές τους οι Βενετσιάνοι —στα καράβια δηλαδή, σε κάποια της ρουτίνας
εκστρατεία— και της φρουράς οι άρχοντες ζατρικιούν, τα τόξα τους κοιμούνται,
και κάποιοι βγήκανε περίπατο στην εξοχή αφήνοντας την πόλη
ολάνοιχτη, τι λες, Αλέξιε, δεν την παίρνουμε; Ό Μιχαήλ Παλαιολόγος
που θα χαρεί το ξέρουμε πολύ».
Ο Στρατηγόπουλος, σαν επαγγελματίας,
στέλλει καλού· κάκου πενήντα εμψυχωμένους
άνδρας για σίγουρη κατάληψη πυλών των εμπρόσθιων.
Ύστερα ορμά με τούς λοιπούς κι όσους Λατίνους βρίσκει
να του καταγριεύονται φονεύει.
Σαν τέλειωσε η δουλειά κι ο Βαλδουίνος —ξένο δέντρο στην αυλή
μαζί με τον δικά του πατριάρχη και τους επίσημους εισπράκτορές του
εμβαίνει στα βενετικά και στην Ευρώπη απάγεται καράβια,
γυρνά ο Καβάφης —είρων όπως πάντα— και λέει: «Αυτά που
δεν περίμενες
να βρεις στο δρόμο βρήκες, Παλαιολόγε,
στην πόλιν εν πομπή κι επευφημούμενος
για δεύτερη φορά εστέφθης αυτοκράτωρ,
την ίδια παίρνοντας γυναίκα, στην Αγιά Σοφιά.
Τον Στρατηγόπουλο να μέμφεσαι και μένα, πού αν δεν είχαμε
ακούσει τις φωνές των εγχωρίων
θα ήσουν ακόμα της Νικαίας Δεσπότης.
Τα βάσανά σου τώρα μεγαλώνουν κι ή δόξα σου εν ολίγοις.
Αλλά τι λέω; Εάν δεν αποσπάσεις
την ώρα που το βρίσκεις κείνο πού έχασες,
το χάνεις διά παντός. Ο πιο γενναίος κι αν είσαι
πρέπει να την πετύχεις τη στιγμή, ωσάν τ’ απόβροχο
που βγαίνουν οι σαλιάγκοι. Σχωρέστε μου τη γλώσσα».
 Ιούλιος 1991

 

Comments are closed