«Δοκίμιν»

 ΠΑΛΙΝΩΔΙΑ
 Ουκ εστ’ έτυμος λόγος ούτος·
ουδ’ έβας εν νηυσίν ευσέλμοις
ουδ’ ίκεο πέργαμα Τροίας.
ΣΤΗΣΙΧΟΡΟΣ
 ΤΗΝ ΕΙΠΕ την κουβέντα του ο επιρρεπής
στου λόγου την ωορρηξία.
Μήτε στοχάστηκε (κι ας ήταν έκτος αιώνας)
πως όφειλε να μελετά και να μετρά
κάθε του βήμα –τώρα ιδιαιτέρως
που γέρασε– κάθε του λέξη δηλαδή
να τη χτυπά με το ραβδί του· κούφια η ώρα!
Κι είπε για την Ελένη μας τη θυγατέρα
της Λήδας, του Τυνδάρεω και… τι λέω!
είπε για την Ελένη μας πως έφτασε
στην αντρειωμένη Τροία κι ήταν ο Έπαφος
που ζωντανά της έστρωσε κορμιά
στο πέρασμα της –κρίνα και τραγούδια
λουσμένα στο αίμα– είπε για την κόρη
τη θαυμαστή και λιγομίλητη, καμάρι
της αρετής, καύχος αρούρης, λάμψις,
πως μπήκε στα γοργόφτερα καράβια
και τα ποδάρια της τα τιμημένα,
όλα ένα βλέφαρο, τα κάστρα μισανοίξαν
της Τροίας και μπήκαν είπε αυτά εκείνος.
Κι αν θες από Θεού ένα χτύπημα, μια κίνηση
των άστρων του έφραξε μεμιάς το στόμα
και των ματιών του γέμισε η σακούλα
τεφρό σκοτάδι. Κι είδε στο βυθό του
την θείαν Ελένη ξαγριεμένη κι αργυρή
να του ζητά το δίκιο της μ’ αντρόψυχο
γυναίκας πείσμα· δάγκωνε τα σπλάχνα του
με τα μαργαριτώδη της κοφτήρια.
Κι αυτός παραπατώντας (γέρος είπαμε)
τυφλάρπαζε στην τύχη τ’ ακροστήθι
της τρομερής και ράγιζε ο καθρέφτης.
«Εσύ», του λέει, «εσύ με κακολόγησες
κι όπου με πήρε η ποίησή σου μ’ έριξες.
Ποιος είπε πως εγώ η Ελένη τ’ άρματα
της εμορφιάς εζώστηκα και χύθηκα
σε τορνευτά γοργόφτερα καράβια,
τον άντρα μου ποιος είπε πως απάτησα,
δεινό πολέμαρχο μπρος στο δειλό Alexander,
ποιος είπε ποιον αγάπησα περίτου
κι έσω τον έβαλα μες στο μυχό του κόλπου;
Ν’ ανακαλέσεις αυθωρεί, Στησίχορε,
είδε καν ου, το φως των αμματιών σου,
που είμ’ εγώ, το χάνεις διαπαντός».
Έτσι λοιπόν ο τλήμων ποιητής
ως γόνος της αλήθειας και σωστός
εργάτης των Μουσών, σε πανηγύρι
κρατώντας τη μυρτιά –κεφάλι ξέσκεπο,
δάκρυα ξεθηκαρωμένα– εκοίταε
να μη ακουμπήσει πια σε μανικές
αστοχασίες· τη νιώθει την αιτία
και σύγκορμος τρεμίζει μην την πάθει
χιώτικα σαν τον Όμηρο· τον αναιδή
κι υφάλμυρό του λόγο ανακαλεί.
«… Και τα χυτά μαλλιά σου δεν ανέμισαν
σε τορνευτά γοργόφτερα καράβια
κι ουδέ ποτέ της Τροίας το άντρο επάτησες…
Τον ήλιο μου δεμένο απ’ την ουρά
τ’ αλόγου που τ’ απίστομα τον σέρνει
σπλαχνίσου τώρα εσύ κι εγώ την άρνηση
κάθε φανταστικής μυθοπλασίας
θ’ ακολουθήσω του λοιπού· φρονίμων τέχνη».
«Πόσιμος είν’ ο λόγος σου, Στησίχορε,
σ’ έξαγνισμόν αλάθευτα οδηγεί
εάν δεν κρύβει άπατη δολερή.
Σε προκαλώ και τίμια ν’ απαντήσεις
ότι ποτέ δεν μπήκα σε καράβι
κι είν’ όλα παραμύθια, μα τον Άδωνι.
Αν τη σωστήν απάντηση μού δώσεις
αμέσως θ’ αναβλέψεις, θα κερδίσεις
αυτό που λένε φως με τα φτερά του.
Αν όχι, ως οχυρή δεν αστειεύομαι.
Τα θαρραλέα μου κάλλη θ’ ακοντίσω
από το μοσκομύριστό μου στόμα,
με την αντρόφονή μου γλύκα θα σε στείλω
ξαρμάτωτο στη μάνα του διάολου
και θα χαθούν οι στίχοι σου για πάντα».
Η νύχτα π’ αγραυλούσε στο πλευρό του
τόνε γεμίζει μέτρο, λόγου εγκράτεια.
Κι αυτά για την Ελένη λέει εκείνος:
«Να είσαι αγνή κι αιθέρια, οι λογισμοί σου
ωσάν τη λάμψη του μετάλλου να είναι.
Και μιαν ωραία μέρα να το ξέρεις
θα την ξεχάσουνε την ομορφιά σου
και δε θα σ’ έχει ανάγκη πια κανείς.
Του βίου η τραγωδία η κωμωδία
έτσι τελειώνει: με παλινωδία.
Την πάσα αλήθεια μου θα πω· και δεν απάτησες
ποτέ δεν πάτησες, ποτέ δεν πήγες,
ποτέ δεν έφυγες, ποτέ δεν έμεινες
και δεν αγάπησες κι ούτε που είδες».
Φλεβάρης 1996

ΣΤΟ ΠΑΛΑΤΙ TOΥ ΠΡΩΤΕΑ
Αυτός γαρ όσσοις ειδόμην·  και νους ορά.
Ευριπίδη, Ελένη
– ΚΑΙ ΤΩΡΑ, Τεύκρο, σ’ ερωτώ και να μου πεις αλήθεια:
Έσυρε, ως λεν, απ’ τα μαλλιά την άπιστη γυναίκα του
της Σπάρτης ο Μενέλαος ή μήπως είναι του καιρού μαςπαραμύθια;
– Ναι, μα το Δία, την έσυρε. Και τα λευκά ποδάρια
γιομίσαν το πλακόστρωτο μαύρες ανατριχίλες.
–Ήσουν εκεί; Την άκουσες; Την είδες με τα μάτια;
Την άγγιξες από κοντά; Σου μίλησε κι εκείνη;
– Άκουσα και τ’ αγάλματα να πέφτουνε με γδούπο
–της Αθηνάς, τ’ Απόλλωνα, της Ήρας–
καθώς αυτός την έσερνε στις ράγες
του τρένου της γραμμής Ιλίου-Σπάρτης.
– Κι ουδέ κανείς εκίνησε να τη γλιτώσει
από τα χέρια κι από τα μαχαίρια;
Δε θέλω να πιστέψω πως εκοίταγες
άπραγος σαν γυναίκα εσύ και δείλιαζες!
– Μπορούσα να τσακίσω κάθε χέρι του,
όχι και να στρεβλώσω κάθε σκέψη του.
Μ’ αυτήν, θαρρώ, την έσερνε το πιότερο.
– Μου φαίνεται δεν ήσουν μάρτυς στο μαρτύριο της άμοιρης Ελένης.
Γιατί αν ήσουν όντως, Τεύκρο, εκεί,
δε θα μιλούσες με φιλοσοφίες.
– Και ήμουν και είδα και άκουσα. Να ξέρεις, όμως,
πως άλλα βλέπει ο νους κι ακούει, Ελένη.
                                                        Πρίνστον, Μάρτης 1999

ΦΕΡΕΤΙΜΗ
Η ΚΑΗΜΕΝΗ Φερετίμη έφτασε
μ’ ένα μεγάλο μενταγιόν ανάμεσα
στα στεγνωμένα στήθη από Κυρήνη
και μ’ ένα μπόγο ρούχα. Η επανάσταση
την έριξε απ’ το θρόνο και κουτσάθηκε.
Του γιου της το καράβι σκόρπισε στη Σάμο,
κι αυτήν τα κύματα, σαν άλλην Αφροδίτη,
την έφεραν στην Κύπρο ( Σαλαμίνα).
Ο βασιλιάς Ευέλθων της εχάρισε
κοσμήματα κι αρώματα πολλά.
Εκείνη του ζητούσε συμμαχία,
στρατό και στόλο, « και καλά ειν’ τα δώρα,
μα συ το πιο μεγάλο δεν μου δίνεις».
Εκείνος θυμιατήρι αξιοθαύμαστο
(η τέχνη του ενθυμίζει τ’ άλλο που έστειλε
στο Δελφικό ιερό ) της επαράγγειλε.
Η Φερετίμη λύπη στα κατάβαθα:
«Στρατό και στόλο, Ευέλθοντα, καλέ μου».
Αδράκτι αυτός χρυσό και ροκα της επρόσφερε
και πρόσθεσε μαλλί: «Αυτά, γυναίκα!»
Μπορεί κανείς να πει: Δικαίωμά του
να μην εξασφαλίσει το βασίλειο
στη Φερετίμη, τα δικά του να κοιτάζει.
Αλλά να δίνει το Ντιόρ, το Νίνα Ρίτσι
και τα διαμαντικά του Ριτσαρντ Μπέρτον
στην Κλεοπάτρα, την ωστόσο ένδεδυμενη
σουάρ ντε Παρί, πάει πολυ.
Του κόσμου
οι φεμινίστριες, πιστεύω, θα ενοχλούνται,
και όσοι άλλοι ονείρονται πυραύλους
θα καταλάβανε ήδη πώς η Κύπρος
δεν αστειεύεται· την Αφροδίτη
έχει θεά, το γλυκασμό προκρίνει.
Γενάρης 1999

ΠΑΜΦΙΛΗ
Φυσώντας πάνω σε μικρές βέργες, πετραδάκια και άλλα τέτοια
μικροπράγματα, μπορεί να γκρεμίσειτον έναστρο ουρανό στα Τάρταρα.
ΑΠΟΥΛΗΙΟΣ, Ο χρυσός γάιδαρος
«ΦΥΛΑΞΟΥ από τη μάγισα Παμφίλη
που μαστορεύει ανήκουστα για σένα
εάν τον ερωτά της απωθήσεις.
Ως καλλιτέχνις της νεκρομαντείας
θα βάλει τα καλά της ξαναμμένη
από τον ασυναίρετό της πόθο
και θα σε κάνει αρνί, μοσχάρι, σκύλο
ή άλλο ζώο του καταλόγου. Τρέμω».
Και μου ’λεγεν αυτά η καλή Βυρρήνη,
συγγένισσα εκ μητρός και παραμάνα,
γεμίζοντας κρασί το κύπελλο μου
στο μαγεμένο άτριο του σπιτιού της
που κυβερνούσε η Άρτεμις. Στο κέντρο
έλαμπε τ’ άγαλμά της απ’ της Πάρου
τα λατομεία κι ανέμιζε το πέπλο
σαν προχωρούσε κείνη προς εμένα
και τα σκυλιά καλοπελεκημένα
γαβγίζανε με πέτρινα λαρύγγια –
τόσον η τέχνη δάμαζε τη φύση·
για να λευτερωθεί πρόσφερε λύτρα.
Κι ο ήλιος του φθινοπώρου γλιστρώντας
από τα διάφανα σκοτάδια του Άδη
φώτιζε Νίκες φτερωτές, στημένες
στις τέσσερις γωνιές της θαυμασίας
αυλής. «Ευχαριστώ». «Χαίρε και πίει».
«Του Μίλωνα η γυναίκα, Λούκιέ μου,
έχει πολύ αρχαίες δοσοληψίες
με της αβύσσου την ψυχή, το χάος.
Είναι λοιπόν εξαίρετη στα χάδια,
στο πάρσιμο του νου, στις αλυσίδες.
Κι αν τύχει κάποιος σαν και σένα όχι
να της ειπεί σ’ αυτά, την πιάνει λύσσα
και πάει στην Αφροδίτη που έχει αλλάξει
(δεν είναι πια ο παλιός καλός εαυτός της)
και της ζητεί το σώμα του επί τόπου.
Και κείνη βγάζει απ’ το μαστό της φίδι,
το δίνει μ’ υποσχετικό: ‘‘Παμφίλη,
στα κέρδη τα δικά σου συνεταίρα’’.
Γι’ αυτό σού λέω φυλάξου, Λούκιέ μου,
δεν αστειεύονται οι θεοί κι όσοι άλλοι
θροφίζονται απ’ αυτούς και μην περάσεις
από την πόρτα έξω της Παμφίλης».
Αυτός χαμογελά. Τα μαγικά της
δεν τον τρομάζουν· είναι νέος και ξέρει.
Τον θέλγουν, για να πούμε την αλήθεια,
τα μικροπράγματα και πετραδάκια
με τα οποία η μάγισσα πλανάει
τον έναστρο ουρανό. Την τεχνική της
επιθυμεί σφοδρά να δει στην πράξη,
προσφέρει και τη ζωή του για μια τέτοια
κατήχηση και δεν τον αποτρέπει
κανένα φως από έξω. Στο σκοτάδι
με του ματιού τ’ αγέννητό του δάκρυ
θα πορευτεί κι ενέχυρο το σώμα.
Φλεβάρης 1996

ΘΑΝΑΤΟΥ ΤΕΧΝΗ
Ο ΒΑΣΙΛΕΥΣ ΚΑΜΒΥΣΗΣ, Πέρσης εκ γρανίτο
υεπιθυμεί σφοδρά να ταπεινώσει
το φαραώ Ψαμμήτιχο, αιχμάλωτο εξ Αιγύπτου.
Έδωσε διάτα και τοποθετήσαν
εισέ κλουβί ψηλό κι ασημοκάπνιστο
τον επαχθή αντίπαλο στη λεωφόρο λεόντων.
Για να τον φαρμακώσει πιότερο, φροντίζει
να παρελάσει και τη θυγατέρα του
με το λαγήνι της και το βυζί της.
Άλλα ο Αιγύπτιος βουβός μονόλιθος
με μάτια καρφωμένα επά στη γη.
Πεισματικά ο Καμβύσης παραγγέλλει
να δέσουν τον υιόν του ηγεμόνος
και βίαια να τον σύρουν στην εκτέλεση
προ των πατρώων μαύρων οφθαλμών.
Πλην ο Ψαμμήτιχος επίμονα κοιτά
το χώμα και σφραγίζει τη σιωπή του
με φρονιμάδα μερμηγκιού, φιδιού σοφία.
Και πήρεν η πομπή σειρά τους σκλάβους
σιδηροδέσμιους, χιλιάδες ποταμός.
Κι ανάμεσά τους κι ένας υπηρέτης
του Αιγυπτίου μονάρχη στο μαρτύριο.
Απ’ της φωνής το τρίξιμο τον είδε
ο αφέντης του κι ελούθην του κλαμάτου.
Τόσο πολύ ο αιχμάλωτος φαραώ
είχε ασκηθεί στην τέχνη του θανάτου.
Γενάρης 1997

Η ΓΥΝΑΙΚΑ ΤΟΥ ΠΕΤΕΦΡΗ
Kαι ην Ιωσήφ καλός τω είδει
και ωραίος τη όψει σφόδρα.
ΓΕΝΕΣΙΣ
Ο ΠΕΤΕΦΡΗΣ, ευνούχος αρχιμάγειρος,
θέλησε ν’ αποδείξει και σ’ αυτόν του
ότι μπορούσε να ’χει και γυναίκα.
Στο Φαραώ: Εάν ερωτικά
εδέσματα συνθέτω, μα τον Ώρο,
από του βίου κι εγώ τις λιχουδιές
έχω κάθε δικαίωμα να τσιμπήσω.
Και στο μεράδι του την πιο λαχταριστή
παλατιανή για να ’χει και γυναίκα.
Την πήρε ο Πετεφρής, την περιένδυσε
χρυσά και στα λαιμά της σκαραβαίο,
στο δε λεπτό και διάφανο υπογάστριο
της πέρασε χνουδάτη ζώνη αγνότητος.
Και τρισευτυχισμένος και πανίσχυρος
μαγείρευε τις πάπιες του άφεντός του.
Εκείνη χωρίς πρόσωπο και μύρτα
μαράζωνε μακάριζε τις μούμιες.
Ώσπου μια μέρα ήρτε ο Ιωσήφ,
ώριος, είκοσι χρόνια πιο μικρός της,
σαράντα πιο μικρός απ’ του κυρίου της.
Εστάθη βράχος, παγερός Οβριός,
π’ ουδέ τη Φαίδρα ουδέ τον Ευριπίδη
στο δρόμο συναπάντησε – μονάχα
ο νους του στην τιμή του και στ’ αλεύρια
του αρχιμάγειρου, που πιότερο τα είχε
κι από τη δυστυχία της Πετεφρίνας.
Αν ο θεός μπορούσε να παρέμβει
θα του ’λεγε κι αυτού τι να προσέξει,
άλλα κατά κανόνα μένει ουδέτερος
μόλο που συμπονούσε τη γυναίκα.
Εκείνη δάκρυα, παρεκκλίσεις, μείνε
κοντά μου, πάρε την καρδιά μου, δώσ’ μου
τα ρούχα σου, εξανθρώπισε με, Γιόζεφ.
Εκείνος όχι – τίμιος κατά πάντα,
δεμένος με την πίστη των πατέρων
και της εμπιστοσύνης το κλειδίον.
Ιούλιος 1998

ΑΓΑΛΜ’ ΑΝΤΙΝΟΟΥ
KΥΡΙAPXΕΙ στην αίθουσα ο Αντίνοος
εξ αλαβάστρου· η κόμη του δηλοί
ότι χρυσό τη στόλιζε στεφάνι.
Το νωχελές και τρυφερό του σώματος
γέρνει με κοριτσίστικη γλυκάδα
των ξεναγών ν’ ακούσει τα λεγόμενα
για τον Αδριανό· Αυτού ευνοούμενος,
ο πλέον πιστός, θαρρούσε πως αξίζει
σε τέτοιο ν αυτοκράτορα να δώσεις
και τη ζωή σου, ως και πράγματι έπραξε
με τον εκούσιο πνιγμό του εν Νείλω.
Ήταν δεν ήταν είκοσι ετών
και δεν την υπολόγιζε τη ζωή του.
Τώρα που γέρασε μες στο βυθό
αφήνει κατά μέρος πια την πρόληψη
πως ο πνιγμός θα γίνονταν καλάθι
–αίθουσα μάλλον– προσφορών· τας απαρχάς του βίου του
θυσίασε ο άμυαλος για να χαρίσει
τα μέλλοντά του χρόνια στον προστάτη του.
Ο ευδαίμων Αδριανός ευθύς του κόβει
εξαίσια νομίσματα με τη μορφή του,
του ίδρυσε ιερά, του έστησε παντού
αγάλματα σπουδαία. Πλην ο Αντίνοος,
μ’ όλη τη δόξα που ήπιε, τώρα στέκει
παράμερα στην αίθουσα και κλαίει.

 

Μόνη παρηγορά του ετούτο τ’ άγαλμα·
είναι, καθώς ακούει, απ’ τα εμορφότερα.
Δεκέμβρης 1997

ΕΞΑΙΡΕΤΩΣ
Μνήμη Γ. Π. Σαββίδη
ΚΑΠΟΤΕ μυρμηγκιάζανε στο μάκρεμα
της ατελείωτης προκυμαίας· τώρα λίγοι·
βγάζουνε μια δεκάρικη φυλλάδα,
θαρρώ τη λένε Φως η κάπως έτσι.
Κάπου θυμάμαι, κράτησα ένα φύλλο –
κάτι λογάριαζα να γράψω φαίνεται.
Και να ένα θέμα που μας πάει εκεί·
(βεβαίως μεταγενέστερο)· αφορά
του νέου Πατριάρχη την ενθρόνιση,
το πλήθος που συνέρρευσεν αυτού:
Αρχιερείς και αρχηγούς κρατών,
εξάρχους, πρέσβεις, κοινοτήτων τους φορείς,
Έλληνες, ξένους και παιδία πολλά.
Και γιόμισεν ο θόλος απ’ τις ψαλμωδίες,
τις ομιλίες, τους αίνους, αντιφωνήσεις και
απ’ όλα όσα κάνουν σωστή μιαν Εκκλησία.
Για λίγην ώρα μόνον. Ωσότου ξανάρθει
στη γνώριμη της θέση: ώς έξι-εφτά πιστοί
τις Κυριακές, το Πάσχα με κάτι παραπάνω
και τα Χριστούγεννα, ω! Άλλα καλά είναι κι έτσι·
μας το ’πε ο ιερέας στον πρώτο πηγαιμό:
«Είμαστε ολίγοι, μόνοι· τουλάχιστον γρικιέται
η θεσπέσια λαλιά μας ενώπιον του Θεού».
Τέτοια στο νου του να είχε, σαν άδειασε ο ναός
κι έμεινε ο Πατριάρχης με τη χρυσή του μίτρα
και την αστραφτερή του τη ράβδο μοναχός;
Έστω και λίγην ώρα είχε γευθεί εξαιρέτως
Ελληνισμό και δόξα της πάλαι Αλεξανδρείας.
Αύγουστος 1998

ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΒΡΑΙΩΝ
ΑΠ’ ΟΛΟΥΣ ΤΟΥΣ ΛΑΟΥΣ της γης πιότερο αγαπώ
τους δύσμοιρους Εβραίους. Πολύ τους συμπονώ
για τα μαρτύριά τους τα παλαιά και τα
εσόμενα· σοφοί, δεν έβαλαν μυαλό.
Στα περασμένα χρόνια εφόνευσαν Ιησούν
(ετούτο δεν πειράζει, ως ήταν ξεγραμμένος
αφόντας εγεννήθη ). Γι’ αυτό με τόσο πόνο
και περισσήν αγάπη, το ξαναλέω, τους νιώθω
τους τραγικούς αυτούς. Που όσα κι αν κυλήσουν
νερά στον Ιορδάνη, δεν θέλει να ξοφλήσουν
την θείαν εμμονή τους στα πάτρια ιερά.
Γραφή τους και κανόνας: να σέρνεται η ματιά τους
τριγύρω από το σκότος που κατοικεί στο φως.
Ανυπεράσπιστοι είναι, ταγμένοι να φυλάγουν
τον τάφο του Κυρίου – αλλά ποιος είναι Αυτός
καθόλου δε γνωρίζουν· σαφώς δεν Τον πιστεύουν
κι ούτε θαρρούν πως ήρθε στα χώματά τους Ζών.
Δεν επιμένω άλλο, και τους καταλαβαίνω
που έχουνε λατρέψει τόσο πολύ τη γη.
Ολίγα δεν περάσαν μαρτύρια οι φτωχοί.
Διαβάστε τη Διαθήκη την Παλαιά να δείτε:
Πάνε να πουν δυο λόγια που είναι ποιητικά
κι ευτύς αναπηδούνε ύμνοι προς το Θεό τους
και «Κύριε, Κύριε», κράζουν, «διά τας ανομίας…»
Τόσο πολύ καλύπτουν (μέσα τους καταπνίγουν)
το σκίρτημα, τον κόρφο και τους εξανθισμούς.
Υπάρχουνε, δε λέω. σπουδαίες Ιστορίες,
μύθοι και παραμύθια (με την καλή εννοείται
του λόγου σημασία). Δρόσος επουρανία
και χάρις αναβλύζουν· λαός επιλεγμένος
από ψηλά τωόντι· τούς έσκεπε ο Θεός.
Πότε τους καμαρώνει και πότε τους κακίζει,
τους δέρνει, τους τσακίζει κι ελεεινολογεί.
Πότε τους κανακίζει και τους αποκοιμίζει·
στην άμμο διαθλάται τ’ όραμα της Εδέμ.
Είχε δουλειά να κάνει πολλή μαζί τους, βλέπεις
Απ’ τη δικιά τους ρίζα θα φύτρωνε ο Υιός του
που τόσο λαχταρούσαν εκείνοι και ποθούν.
Ακόμα τον προσμένουν· το λάθος είναι τούτο.
Τον άγγιξαν, Τον είδαν σαν άνθρωποι κι αυτοί
δεν ήρθησαν στο ύψος της ταπεινότητάς Του
και τον εξευτελίσαν, λες κι ήταν Χριστιανοί.
Σεπτέμβρης 1998

ΠΡΕΣΒΕΙΑ ΧΡΙΣΤΙΑΝΩΝ ΣΤΟΝ ΙΟΥΛΙΑΝΟ

 

ΑΣ ΛΗΣΜΟΝΗΣΩΜΕΝ τα επισυμβάντα,
πάντες αρξώμεθα εκ του μηδενός.
Εσείς ως αυτοκράτορας αντιπαρέρχεσθε
τούς αυστηρούς αναθεματισμούς
κι εμείς αποδεχόμεθα πως ήταν
βραχνάς κάν όνειρον απατηλό.
Εν επισήμω τελετή ο Ποιμήν
θα εναγκαλισθεί την μεταμέλειαν,
τον ασεβείας λόγον θ’ αποσβέσει
και θ’ αποκαταστήσει την εικόνα.
Αυτά οι Χριστιανοί. Τους άκουγε με πώγωνα
κυρτό που ψέλλιζε το «θου» και «φυλακήν».
Κρυφοχαμογελώντας μισανοίγει
το στήθος του και δείχνει τα σημεία
όπου τον άγγιξε ο Χριστός· εδώ κι εδώ.
Εκείνοι αποσβολώθηκαν και φρίξαν.
Ώστε λοιπόν ο Κύριος και Θεός των
είχε παρτίδες μετ’ αυτού; Άπαγε δαίμων!
Δεν τον πίστεψαν βέβαια και στο δρόμο
τα λέγαν συναλλήλως: Φάρσα κλασική.
Να μη μας ξεγελά ο αντίχριστος αυτός!
Τυλίγει-ξετυλίγει την αλήθεια,
ωσάν αράχνη πλέκει τον ιστό,
άριστους είχεν όντως διδασκάλους,
από παιδί ξεχώριζε εις ευλάβειαν,
ως φαίνεται καλοθυμάται ακόμα
τα εξαπτέρυγα και τους αγγέλους
με τους οποίους έπαιζε μικρός.
Αλλά κυρίως, πρόσθεσεν ο Φίλων,
μένοντας με την αίσθηση της μνήμης
προσοικειώνεται και τη μορφή της.
Εσπέρα ήδη. Ας οδεύσουμε, αδελφοί μου,
προς την οικίαν της Μαρίας λαμπούσης.
Εκεί ο στρατός μας· τα οστά τυλίγει
τ’ άσπιλο χέρι της παρθένου Ειρήνης:
Οι άγιοι Ελευσίνιος και Ακάδημος,
οι άγιοι Τυχικός, Ελπιδοφόρος,
Μισητικός και Αγαπητικός.
Μ. Τρίτη/Μ. Τετάρτη, 1998

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΣΧΟΛΙΑΖΩΝ ΤΑ ΠΑΘΗ ΤΑ ΣΕΠΤΑ

 

ΟΤΑΝ ΔΗΛΟΙ «Κατήλθες εν τοις κατωτάτοις»
φως φανερό νοεί την Ελευσίνιον σήραγγα.
Όταν άλλου αναφέρεται ως «Ελκόμενος»
νοείται ο Διόνυσος ενώπιον του Πενθέως.
Όταν ακούμε άδοντα τον «Επιτάφιον Θρήνον»
θα πρέπει να νοούμε σαφέστατα τον Άδωνι.
Από Αριμαθαίας Ιωσήφ προεικάζει
βαρυαλγούντα τον αιτούντα Πρίαμον.
Σώμα Χρίστου – Σώμα Πατρόκλου. Θέτις
θρηνεί και οδύρεται για τον αυτής Αχιλλέα,
Zευς μεριμνά για την ταφήν του υιού του Σαρπηδόνος.
Ας μην επεκτείνω περαιτέρω· χαρις
προέχει και αφθαρσία ή ευκοσμια· ουχί
πομπές Χριστιανών και άλλα βλαστήματα
(Πύλαι Άδου κλπ.) τον Ήλιον κρύπτοντα.
Αυτός βεβαίως δεν ήταν της διακοπής ο λόγος·
κομψά και αναντίρρητα σημεία
δεν είχε πλέον το σθένος να προτάξει
ο γερο-δυστυχής Ιουλιανός.
Για τούτο περιορίζονταν σε δαύτες
τις πρόχειρες αστείες του σημειώσεις.
Τις περιέσωσε ο Μαρτίνος μάρτυς
Για να θυμίζουνε το πέρασμά του.
Μ. Πέμπτη, 1998

ΙΟΥΛΙΑΝΟΣ ΠΕΡΙΛΥΠΟΥΜΕΝΟΣ
Στον Νάσο Αθανασίου
ΔΕΝ ΗΤΑΝ ΕΞΑΙΤΙΑΣ του Γαλιλαίου
παρά που αδιαφόρεσαν τελείως
για τα ιερά τους οι Αντιοχείς.
Εδώ χρειάζεται Διόνυσος να δώσει
μάχη με το κρασί και τον κισσό.
Τι καρτεράς από θεό ευγενικό,
εξελιγμένο κι ευρωπαίο; χορτάριασε·
όντας οι λιγοστοί του κράζαν Άπολλον,
διάλεξε το ναό του ν’ απολέσει.
Εξήγηση δεν έχει φιλοσοφική.
Πολιτισμός σημαίνει ολιγωρία
και ηττοπάθεια και λωβητήρ.
Όσοι ακριβώς δεν έχουν τι να χάσουν
την πεπτωκυίαν φύσιν της αισθήσεως
αποκολλούν ή μάλλον αναρτούν.
Εμείς αυτούς θα πρέπει ν’ αποτρέπουμε
ώστε να μη ευτελίζουσι τη δάφνη,
τη δάφνη σε ξεμάτιασμα για βασκαμένους,
σε πολεμία των σκόρων, σε σκιάχτρο ποντικιών.
Τα ’χουν ρημάξει όλα· την Κασταλία πηγή
«πηγήν εκ τάφου ομβρήσαντος Χρίστου»
αποκαλούν οι πλάνοι. Πού να στηριχθείς;
Τα λόγια της εγκράτειας, μέτρον της αρετής,
πέραση εδώ δεν έχουν στους λάγνους Αντιοχείς.
Μαρτύριον του Θεού μου, του ατυχούς Απόλλωνος,
να βλέπει μία χήνα –κι αυτή χωρίς κουπιά–
βγαλμένη από το στήθος του μόνου εναπομείναντος
στην πόλιν ιερέως. Δεν περισσεύει θεός.
Τον έχουν σπαταλήσει με πάσαν ευκολία
στις ευτελείς του βίου σαρκώδεις περιοχές.
Μεγάλο Σάββατο, 1998

Η ΔΕΥΤΕΡΗ ΦΩΝΗ
ΜΙΑ ΖΩΗ ΞΕΧΩΡΙΖΕ την τέχνη απ’ τη ζωή
(την έλεγε ανώτερη την τέχνη απ’ τη ζωή)
μα τώρα έχει μπροστά του τη διάψευση
(είναι κι οι ανθοί· μοσκοβολιές του Πάσχα)
και διαισθάνεται πώς έσφαλε που νόμιζε
(συχνά «νομίζει»· μέρος της ουσίας)
ότι πρωτεύει το παρόν της τέχνης
από το μέλλον ίσως της ζωής
(δύσκολα πράγματα, ξενυκτισμένα–
τ’ αγκάθι μένει και δε βγαίνει, δεν πονεί)
κι ήρθε η στιγμή της κρίσης
(της κρίσης η του ελέους;)
αν η ζωή δεν είναι πια ζωή
(αφού κι η τέχνη πια δεν είναι τέχνη)
και τι να κάμει, πώς να πορευτεί;
(με της ποιήσεως τη συνδρομή θα δει).
Απρίλης 1998

ΣΤΗΝ ΑΡΑΜΑΪΚΗ
ΟΓΔΟΝΤΑ ΧΡΟΝΙΑ έγραφα
στην αραμαϊκή· ποιος θα ξοφλήσει
ποιος θα γνωρίσει αυτό που μελετούσα
με τεχνική παιδιού – ογδόντα χρόνια!
Έγραφα τα τραγούδια μου στην πέτρα
(δεν είχε ακόμα τότε προχωρήσει
το σχήμα της γραφής σε πάπυρο, σε δέρμα).
Την αραμαϊκή μιλούσαν από μνήμης
οκτώ χιλιάδες πεντακόσιες τρεις γυναίκες
με παραμύθια κροσσωτά και κουδουνίστρες άστρα
μαλλιά που σπαταλούσαν φως, διαμαντοποίκιλτες
αγκράφες της νυκτός, βουνά που νοσηλεύονταν
μες στο τραγούδι.
Ό,τι από κείνα τώρα μένει δεν αρκεί και ξέχασα
της αραμαϊκής το δρόμο – τις ελικοειδείς
αηδονοφωλιές του. Χάνονται τα πλήθη
των αυστηρών δακρύων στις εσοχές του.
Σε λίγο σ’ ολιγότερο από πενήντα χρόνια
θα με ρωτούν ποιος είσαι, πόθεν έρχει
και διατί ομιλούσες νεκρή γλώσσα
και πώς συνέλαβες την καταπληκτικήν
ιδέα για μία γλώσσα τόσο ξένη
και τι είναι αυτό στο χέρι που κρατείς
και διατί το στόμα σου το στόλισες κορδέλες
και τριαντάφυλλα παρωχημένα.
Κι εγώ μην έχοντας τι να τους απαντήσω
(θα ’χει χαθεί εξάλλου προ πολλού η απάντηση)
θα μένω με πουλιά να πλαταγίζουν
στο περιστόμιο του προσώπου μου – από κείνα
τ’ αρχαϊκά που βρίσκεις σε μουσεία.
Και θα τραβάω το δρόμο μου σαν ένας
οπού διψήσαν τα ποτάμια του και τα πηγάδια του στραγγίσαν
στ’ όνομα κάποιων Αραμαίων χειροπλεκτών
που κρύβουν οι ανόητοι τα κοπάδια τους
κάτω από τη μεγάλη αυτή κουδούνα
Μάης 1995

O ΤΕΛΕΥΤΑΙΟΣ ΔΕΣΜΟΣ
Buon Natale, soldati Italiani
                  Στον Γιάννη Δάλλα
ΑΥΤΟ ΜΠΟΡΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ το τέλος του ποιήματος:
«Καλά Χριστούγεννα, Ιταλοί στρατιώτες».
Χιόνιζε senza la minima interruzione.
Συνέχεια χιόνιζε. Για την Ουσία του θέματος
(per la Sostanza) έχει μεγάλη σημασία.
Μέσα στα χρυσοπράσινα του χρόνου
έτρεχε η θάλασσα με μαντολίνα
στη μαθηματικά διαβαθμισμένη
από τις ευωδίες των ονείρων
(memoria della gloria) να ξελογιάσει
και να καταπραΰνει το ξεπάγιασμα.
Κοκαλωμένα τα όπλα είχαν ξεχάσει
πώς κελαηδούν οι σπίνοι στα ποτάμια.
Η χειμαζόμενη έδρα της σοφίας,
Una piena e bell aRepubblica d’Idee,
τη χιονισμένη Αλήθεια εθώρειε στην κορφή.
Αόρατος Μονάρχης (Nascosto ai sensi) το Ποίημα
εκατρακύλει.
θα ’χαν πολύ ατονήσει μες στο τραμπούκο ψύχος
ν’ ανάψουν την καρδιά τους, Χριστούεννα καιρό.
Τι κάνουν οι γονείς τους; είναι καλά η γιαγιά τους;
i fremiti dell’arte φιλάνθρωπα στολίζει
το νέο καμπαναριό; Μυστήριο! τους αφήκαν
στην τύχη τους να πένονται για ένα κομμάτι αγάπη,
κρυσταλλωμένη αγάπη επάνω στο κορμί τους
και στα καμένα χείλη τους. Αίφνης naturalmente
ακούστηκε η τετραδική δομή της φράσης
«Buon Natale, soldati Italiani»
και την τραγούδησε η Ηχώ στα χέρια της
και τηνε πήρε από τα χέρια των Ελλήνων
τσολιάδων που λογίζονταν στους Ιταλιάνους σκούντροι,
κι όμως κρασί αυτοί σ’ αυτούς προσφέραν,
legame ultimo· το χιόνι ως αδελφός.
Οκτώβρης 1998

ΠΑΤΡΙΔΟΣ ΕΡΩΣ
Στις 27 Απριλίου 1941 ο στρατιώτης Κωνσταντίνος       Κουκίδης ρίχτηκε από την Ακρόπολη, τυλιγμένος τη γαλανόλευκη, καθώς οι Γερμανοί απέδιδαν τιμές στη σβάστικα.
Τα ΜΑΤΙΑ των δυονώ σας έφλεγε καρδία
δροσάτου πάθους· τα μαλλιά της χάιδευες
και στα φιλήματά σου την κατέπνιγες.
Πάμε, σημαία, να δούμε, της ψιθύρισες
τη ροδινήν ανατολή απ’ το βράχο.
Εκείνη ναι και ναι και ναι και ναι.
Τι άλλο να έλεγε η φτωχή Εσμεραλδα;
Μ’ ένα τσιτάκι μόλις ενδυμένη
ξεπάγιαζε, τα ποδαράκια της ελάμπαν
σαν κείνης της ανάπηρης στα «Φώτα
της Pάμπας», λεπτουργούντος Τσάρλι Τσάπλιν.
Κι όταν λοιπόν οι δυο σας μες στην έξαψη
των θειων ερώτων, μέσα στη μετάλλαξη,
αποφασίσατε κοινή προαιρέσει
ν’ αποθανείτε (τυλιγμένοι την ψυχή σας
εις σάρκα μία κι ένα σώμα ελεύθερο)
εκείνη ανέμισε το μαντιλάκι της
στο «έχε γεια» και στο «καλώς σε βρήκα!»
 *
(Οι σοβαροί παρατηρητικοί
θα πουν πως το «καλώς» δε στέκει εδώ·
ποτέ στη συντυχιά μαντίλι δεν κουνιέται –
μόνο σαν φεύγουμε, σαν αποχαιρετάμε.
Καλώς ελέχθη αυτό απ’ αυτούς, μα έλα
που άλλα δοκιμάζονται σ’ ώρες δουλείας,
καθώς οι στεναγμοί, τα κόκαλα των λέξεων
της δύστυχους πατρίδος ανατρέπουν
την πάσα λογική, και πάλι απ’ την αρχή.)
Δεκέμβρης 1998

ΔΙΑΛΟΓΟΣ ΜΗΛΙΩΝ
Δεν πρέπει να παρασυρθείτε
από το αίσθημα της τιμής.
     ΘΟΥΚΥΔΙΔΗΣ, Ιστορία
ΩΡΑΙΑ ΣΥΜΒΟΥΛΗ, μα τα σανδάλια
της Αφροδίτης, μα το μήλο της ντροπής.
Να μην παρασυρθούμε, λέει, απ’ την τιμή,
μη νικηθούμε από μια λέξη, εκούσια.
«Θ’ αποφασίσετε την τύχη της πατρίδας,
ότι δεν έχετε άλλη· στοχασθείτε».
Όμως εμείς την είχαμε παρμένη
την αναπόδραστη μοιραία βουλή:
Ελπίζαμε που η Σπάρτη θα συμπολεμήσει
με μας ή θα μας στείλει τα φιλιά του
το κρητικό το πέλαγος. Κι ακόμα
ελπίζαμε που οι θεοί θα μεριμνούσαν
στη ζυγαριά να βάλουν πετραδάκια.
Μ’ αυτά και τούτα οι Μήλιοι ξεθαρρεύαμε
ν’ αντιπαλεύουμε στη ρητορεία
τους Αθηναίους· τρέμαν την αλόγιστη
νησιωτική μας ανεξαρτησία.
Σαν πιο περίτεχνα σοφοί εκείνοι
αποχωρώντας είπαν: «Είστε οι μόνοι
που ό,τι ελπίζετε κι αποθυμάτε
θαρρείτε το είναι κιόλας τελεσμένο».
Καλύτερα έτσι. Κι αν γκρεμίσαν το νησί μας
κι αν τις γυναίκες και τα τέκνα μας νοθέψαν
κι από μαχαίρι όλους μας περάσαν,
ο θρήνος τους ακούστηκε βραχνός
ώσμε τη Σικελία έναν καιρό.
Μάης 1999

ΒΕΡΓΙΛΙΝΑ
ΗΡΘΕ Η ΑΝΝΟΤΑ, ήρθε ο γερακάρης
(αθώοι του αίματος, διάβαιναν απ’ εκεί)
και ο σιρ Λούκα Σπινόλα κι ο αμιράλης
Πιέρο ντε Κάμπο Φρεγκούζε μ’ ενενήντα
καταραμένους Γενουβίσους· δέσαν εις τ’ αμάξια
τους άμοιρους Κυπριώτες κι ελαχτίζαν τους
κι εβράζαν τες δοντάκρες και τα κριάτα τους
εκατσουρίζαν, κόβγαν τα κεφάλια τους
και άλλους εφουρκίζαν τους στην φούρκαν.
Κι ένας κοντός και βλάκας και πτωχός,
θωρώντα πώς εδιάβην ο καιρός
και πλιο δεν εγυρεύγασιν κανέναν,
επήεν έσσω του κρυφά να γίνει
του εαυτού του μάστρος ξεθαρρεύοντας
πως έσβησε πάσα κακόν – σκοινίν κι εκόπην.
Κάτινες άπιστοι, λαλεί το Χρονικόν,
είδαν τον που ’μπαίνε στο μακρυνάριν.
Κι ήταν ήμερα Σάββατον κι εγύριζεν
’πο το λουτρόν η Βεργιλίνα, ταίρι του.
«Αφέντες, είντα θέλετε;» ρωτά τους.
Κι είπαν αυτοί: «Τον άντρα σου, κυρία».
Κι είπεν τους «Δεν είναι ώδε» αγγελικά.
Κείνοι κοιτάξαν του κλημάτου τα πεσμένα
Φύλλα, οσμιστήκαν τον αγέρα, ρίξαν βέλη
καταμεσής στα σκέλια τους: «Παράδωσ’ τον!»
Αυτή, σαν ήταν καθαρή μέσα κι απέξω,
ιδέα δεν είχε για τον άντρα της. Λαλεί τους:
«Αν ευρεθεί ο άντρας έσσω μου, να με κάβγου».
Το παραμύθι αρχίνισε και πώς να το τελειώσεις;
Ο άντρας χύνεται μεμιάς σ’ ένα σεντούκιν,
οι Γενουβίσοι ανακατώσανε τα μόμπιλα
και δεν τον βρίσκουν κι ήταν έτοιμοι να φύγουν
και κάποιος γείτονας ανοίγει το σεντούκιν
και ηύραν τον και πήραν την γυναίκαν
που ήρτεν του λουτρού, την Βεργιλίναν,
κι εκάψαν την κοντά στ’ Αμαξαρειόν
και κείνον εφουρκίσαν τον στην φούρκαν.
Εδώ τελειώνει αυτό το χρονικό.
Κι αν θέλετε συμπέρασμα, είναι τούτο:
Εκείνος πλέρωσε τα κρίματά του,
που ήταν άλουτος και βρομισμένος.
Εκείνη, πάλε, ειπε «Να με κάβγου».
Μεγάλο λόγο επρόφερε σιμά σε Αμαξαρειό.
Χαμένο πήγε το λουτρό της, μέρα Σάββατο.
Σεπτέμβρης 1996

ΧΟΡΟΕΣΠΕΡΙΣ ΕΝ ΛΑΡΝΑΚΙ TΩ 1895
ΕΣΠΕΡΑ ΕΑΡΟΣ: ήχος θαλάσσης
φύσημα φοινικικού ρυθμού.
Ο κύριος Φιλήμων, Έλλην Πρόξενος,
και πλήθος πολιτών κεκοσμημένων
την εγκριτον εύγένειαν –συναρίθμησον
προσέτι τον ελλόγιμον Διευθυντήν
του Παγκυπρίου Γυμνασίου μετά πολλών
εκ Λευκωσίας προσδραμόντων νέων–
συνεμειγνύοντο με τους κυματισμούς
των πολυτελεστάτων δεσποινίδων
και καλαισθήτων κυριών. Έγραφε δε
η του καιρού εκείνου εφημερίς:
«Έξωθεν των εσθήτων ανορθούντο
επιχαρίτως αφρόπλαστα στήθη
και αλαβάστρινοι κατέπιπτον βραχίονες.
Δεσποινίδες τινές εν μεταμφιέσει
έφερον εθνικάς ενδυμασίας
υπομιμνήσκουσαι διά της παρούσης
τας ηρωίδας του Μεσολογγίου.
Αίφνης κρότος μαχαίρας εξημμένος
επί πλατέος πινακίου τον των
συνδαιτυμόνων νουν εφίστησι.
Ο της Ελλάδος Πρόξενος κατέχων
την επί κεφαλής τραπέζης θέσιν
εύλυγισίως εγείρεται και πρόποσιν
υπέρ της Βικτωρίας Ανάσσης φέρει.
Την ευφραδή αυτού πρόποσιν καλύπτει
καταιγισμός ουρρών.
                                   Ως εκ συνθήματος
και ωρίμου ενστίκτου οι μουσικοί τον ύμνον
της Βρετανίας τον εθνικόν ανέκρουσαν.
Φιλοτιμούμενος ο κύριος Hore,
Διευθυντής Ταχυδρομείων, ευθυτενώς
την υπέρ των Ελλήνων Βασιλέων
προτείνει πρόποσιν αυτού αγγλιστί.
Ο της αιθούσης κατεκλύσθη χώρος
από ουρρά χωρίς ουράν – ακαταπαύστως ο Ύμνος
εις την Ελευθερίαν μεταφερόμενος
επί ζητωκραυγών γενναίως ηντήχει».
Στο παραλήρημά της ξεσπαθώνει
με βία εκ της χλωρής τραπέζης αίφνης
η Λευτεριά, εκτινάσσεται « απ’ τα κόκαλα
βγαλμένη», προς μεγίστην ευφορίαν
        και γενικόν ενθουσιασμόν.
                                                       «Και εχόρευσαν», προσθέτει
το της εφημερίδος φύλλον, «και διεσκέδασαν
μετ’ ακορέστου πάντες ευθυμίας,
φαιδρότητος και τέρψεως, άνευ της ελαχίστης
παρασυνεννοήσεως ή δυσαρεσκείας,
μέχρι της πέμπτης ώρας εωθινής».

 

                                                                                                                      1η Απριλίου 1997

ΓΛΥΚΟ ΤΟΥ ΚΟΥΤΑΛΙΟΥ
                                            Στον Κυριάκο Πλησή
ΝΑ IΔΩ ΠΟΙΟΣ ΕΙΜΑΙ ζύγωσα και πούθε
το χώμα μου κρατά. Μπήκα και στάθηκα
στο σπίτι τ’ αλμυρό, σιμά σε λάκκο.
Μια μαντιλοδεμένη μου ’φερε νερό,
μου πρόσφερε γλυκό· ευχαριστώ την.
Έκοψε και καρπούς από τον Κήπο
του ποθητού σπιτιού μου, φρούτα λαμπερά
ό,τι λογής, διάχυτα με χείλη
πραγματικά και μέλη εμποτισμένα
στην καλοσύνη της χαράς αντιδωρήματα.
Της είπα ευχαριστώ, αναθάρρησα και ζήτησα
το σπίτι μου να ιδώ, αν επιτρέπεται.
«Και βέβαια επιτρέπεται», μού λέει·
«μπορείς να ’ρθείς και στην κρεβατοκάμαρα».
Μπαίνω, θωρώ τη μάνα μου στον τοίχο
να με κοιτάει από ’να κάδρο. Αφήνω
την εντροπή και γύρεψα να πάρω
τη μάνα μου ο δόλιος απ’ την Τροία.
«Πάρτηνε», λέει αυτή σαν καλογέλαστη,
«τι να την κάνω τώρα πια που ξέρω;
Να πούμε την αλήθεια, τη νομίσαμε
ηθοποιό με κείνη την κοτσίδα
και τα λουλούδια γύρω της και με τη χάρη
που την ομπρέλα της κρατεί».
Άξιζε βέβαια να προσθέσει και το χέρι
που γαντοφορεμένο, ραδινό
σε καναπέ ακουμπούσε· αλλά τι περιμένεις;
Σάμπως γνωρίζει πόσοι αιώνες κύλησαν
ίσαμε που να φτάσουμε στη σύνταξη
γλυκού του κουταλιού; μεγάλο θέμα.
Πάλι καλά που μ’ άφησε και μπήκα
στο σπίτι μου το πατρικό η γυναίκα.
Μη συνεχίσουμε άλλο και αγριέψει.
Το μόνο που εύχομαι: από καιρού εις καιρό
να ’χω την άδειά της να ξανάβλεπα
την όψη τη γλυκιά του ποθητού μου.
Οκτώβρης 1996

ΤΡΕΙΣ ΠΟΡΤΕΣ
                                                                                           Στη Θεοφανώ και τον Δαίδαλο Κυπρή
Η ΜΙΑ ΠΟΡΤΑ είναι αυτή. Κοιτάχτε πώς εμβαίνω:
Την ανοίγω με το κλειδί. Να το κλειδί. Κρατήστε
να δείτε πόσο βαρεί. Στα μέρη τα δικά μου
το λέγουμε αννοιχτάριν». Θυμάστε το τραγούδι:
«Αππήδησα του ποταμού τζι επάτησα αννοιχτάριν
τζι είπαν μου πως εφίλησα την κόρην του μουχτάρη».
Η μία πόρτα είναι αυτή λοιπόν. Η άλλη, που αντιστέκεται,
την σπάζω, λες και είμαι τεθωρακισμένο.
Να και τα ξύλα της και τα σανίδια.
Τα παραδείγματα πολλά και για τις δύο πόρτες.
Ας πάρουμε απ’ τα έτοιμα, την εποχή που ήταν
οι Έλληνες κι οι Τούρκοι στα μαχαίρια.
Πρώτο παράδειγμα: Ένας Τούρκος φεύγοντας
κατά βορρά λαλεί στο γείτονά του:
«Ανέστη, πάρε τα κλειδιά μου, τάιζε
τες όρνιθες και τα κουνέλια, πότιζε τα δεντρά μου ».
Το δεύτερο παράδειγμα: Στον Καραβά ένας Έλληνας
έτρεχε αλαλιασμένος να γλιτώσει
«γυμνός και τετραχηλισμένος», όπως είπε
το άστρο της αυγής που τον θωρούσε.
Και είχε αφήσει αλλόκοτο κλειδί
στην πόρτα επάνω. Κι όμως ήταν πράξη
σωστή, κατά τη γνώμη μου· συλλογιζόταν
που αν έπαιρνε μαζί του το κλειδί,
του ξένου η χέρα θα έσπαζε την πόρτα·
την είχε μαστορέψει αυτός περίτεχνα –
και με τι μούτρα σπίτι θα γυρνούσε;
Το τρίτο και φαρμακερό παράδειγμα: Ένας Τούρκος
με τη χανούμισσά του πήγε στην κυρία
Μακρίδη, κερυνειώτισσα κυρά,
κλεισμένη σ’ ένα κώδωνα. Της λέει:
«Σπίτιν σου τσιοκ γκιουζέλ· δικόν μας τώρα.
Κανίσσιν έκαμέν μας το η Μητέρα
Πατρίδα· τα κλειδκιά, κοκόνα, δώσε,
την πόρταν, ζάβαλλί μου, να γλιτώσεις».
«Δεν σας τα δίνω τα κλειδιά, σπάστε την πόρτα!»
Και τώρα, κύριοι ένορκοι, ερωτώ:
Ποιος είχε από τους τρεις το δίκαιο πράξει;
Εκείνος που με θέρμη και φιλία
έδωκε τα κλειδιά στο γείτονά του
να του ποτίζει τα κτηνά και τα δεντρά του;
Ο άλλος που αφήκε το κλειδί
να μην του καταστρέψουνε την πόρτα
που με αγάπη εφύτεψε και τέχνη περισσή;
Η τρίτη, που τη λέγαν Ιουλία,
και τό ειχε κάλλιο να ριχτεί στον τάφο
μαζί με το κλειδί της, έστω και αν
οι πύλες του Άδου και οι αιώνιοι μοχλοί
θα συνετρίβοντο από τον Τούρκο;
                                                                                                               Δεκέμβρης 1998

%

Comments are closed