«Κυδώνιον Μήλον»

ΜΙΝΩΙΚΟ
Η πλερωμή του να ’σαι βασιλιάς
είναι το μαύρο σου βραχιονιστήρι.
Αυτό στη θαλασσία των ψαριών
διάλεκτο σημαίνει πως ο Μίνως
έστειλε στη Μινώα (τώρα Πάρο)
τέσσερους πολυσήμαντους υιούς του:
τον Ευρυμέδοντα, τον Χρύσο, τον Φιλόλαο
και τον σεπτόν επίσης Νηφαλίωνα
καθένας εξ αυτών και μια ευκοσμία).
Κι ήρθεν ο φουρϊόζος Ηρακλέας
ξυστά περνώντας από το νησί
και τους έθέρισε όλους –το θαλασσί τους αίμα
πλημμύρισε τον ούρανο– και πήρε και μετά του
σκλάβους δυο γιους ακόμα: Σθένελο και Αλκαίο.
Φρυάζουν των Χαρίτων οι ροδώνες
και τα γεράνια της Πειθούς· ο Μίνως ευνουχίζοντας
τα ψυχικά του φώτα έσυρε τον ταύρο του
κλαμένο και δαρμένο ίσαμε δω.
Στεφάνι στα μαλλιά και στον γλυκύφθογγον
αυλό φαρμάκι στόμα.
Δυο γλάροι μαυροφόροι
του φέρνουν το μαντάτο: του Ανδρόγεω,
του πιο μικρού του βλασταριού, το χαλασμό
στην άσπονδην Αθήνα. Οά! Νά μή χαλάσει,
πάση θυσία, ο Μίνως τη θυσία.
Της κεφαλής του βγάνει το στεφάνι
και το γιορντάνι του γυμνώνει, το κορμάκι
τ’ αυλού χαμαί πετά και συνεχίζει
μπροστά στις θειες Χάριτες και την Πειθώ.
Ιούλιος 2000

ΣΑΠΦΩ ΕΝ ΛΕΥΚΑΔΙ
Το είπε του Μενάνδρου η «Λευκαδία»
ότι χωρίς του Φάωνα τη μορφή
ανώφελο να ζούσα, κι από βράχο
ρίχτηκα στην αγκάλη του θανάτου.
Η Νέα Κωμωδία θαρρώ δεν έχει
το δαίμονα της κι όλα τα διαστρέφει.
Τα που περνάν απ’ το μυαλό της ευλαβείται
η κακομοίρα, ωσάν συντελεσθέντα.
Και πώς να πείσεις ότι από το κύμα
πρόβαλες σαν νεράιδα και ξανάβρες
το Φάωνά σου, τον ενηγκαλίσθης
παράφορα και στάζοντας κουπιά
τον έσυρες στης Καλυψώς το δώμα.
Και πώς να πείσεις μ’ ένα, δύο, τρία
λευκά μαγνάδια ότι το λιγνό κορμί σου,
τα μαύρα σου μαλλάκια και τα μάτια σου
σ’ εκειού την τυραννία παραδοθήκαν;
Μια δούλη εγώ, το Μένανδρο θα πνίξω.
Δεν έχω εξάλλου άλλο τι να χάσω
πάρεξ τις αλυσίδες του ερωτά μου.
Δεκέμβρης 2005

Η ΥΑΛΟΥΡΓΙΑ ΤΟΝ ΣΟΥΛΤΑΝΩΝ
                                                                                            Στον Γιώργο Κεχαγιόγλου
Ο Ξέρξης ο «πολυμαθής» –το λέγουν τα κροντήρια του–
θέλησε με το πλήρωμα του χρόνου
να μελετήσει στο πρωτότυπο τους Έλληνες.
Το πρώτο βήμα του ήταν να χωρέσει
τη θάλασσα −τον πόντο− στα καράβια του·
να της φορέσει μια προβιά στεριάς
που να την αυλακώνουν ερυθροί
τροχοί σφυρήλατοι, διάστικτοι εκ λίθων
τιμίων: ίασπις, αχάτης, σμάλτο.

 

Ο οίστρος του χρυσού περικαλύπτει
τον ήλιο του Μεγάλου Βασιλέως
αρίφνητων λαών της αχανούς
Ψυχής, από το Νείλο, τον Ινδό
και τις ακτές του Αιγαίου, της Αραβίας
κι Ευξείνου κι Ελλησπόντου.
                                                                  Θάλαττα!

 

Την ανυπότακτη έβαλε ν’ αλυσοδέσουν·
τη γύμνωσε ως τον αφαλό και τη μαστίγωσε
με ποθοπλάνταχτη έξαρση, τους άχραντους
χύνοντας λόγους από κούπα.
Οι Έλληνες που δεν καταλαβαίνουν
από θυσίες γυαλιού κι υπέρογκα έργα
τον παρεξήγησαν καθ’ ύβριν, καθ’ υπέρβασιν
του τραγικού τους μέτρου. Και διετείνοντο
στα κοίλα των θεάτρων τους πως τάχα
εμείς (νογώ τους Έλληνες) δεν είμαστε
υποταγμένοι δούλοι κανενός.
Καθένας από μας και μια ιστορία·
δυο να μονιάσουν δεν μπορούν, καν τρεις να μπολιαστούνε
απ’ το μελίσσι τ’ ουρανού, γιατί εμάς
τους Έλληνες μας έκαμεν ο Ζευς
ελεύθερους – καθένας και μια πόλη.
Δοιάκι μας κι οδηγός μας πάντα το άτομο
πού μέσα μας φώλιαζα· κι οι χοροί μας
γεννιούνται από το φρόνημα της αρετής, που λέγει
το πρέπον, καθενός ξεχωριστά.
Οι Έλληνες λοιπόν, πού δεν καταλαβαίνουν
πως άλλον ήλιο, άλλο κόσμον έχουν
οι Πέρσες, άλλη γεύση των πραγμάτων
(αφού εκείνοι παίρνουν έναν πάπυρο
με χνάρι κωμωδίας τ’ Αριστοφάνη
και με αυτόν τυλίγουνε τις φιάλες τους),
                                                                          θαρρούν
ξεκουβαριάζεται στα μάτια τους μια μάζα
βαρβάρων. Δεν κοιτάνε το διάκοσμο,
τη διαγράμμιση και τις επιχρυσώσεις,
τα πτυελοδοχεία για την απόχρεμψη,
το χρώμα τελοσπάντων του γυαλιού
και την κομψότητα του σχήματός του –
 σύντηξη και περίχυση κι οξίδιο του αργύρου,
σπειροειδείς νευρώσεις και χυτεύσεις
σε μήτρα που απορρόφησε τα μυστικά
τεχνογνωσίας αιώνων − δεν κοιτάνε οι Έλληνες
τη διαμόρφωση της υαλόμαζας
και σίγουροι, όπως πάντα, κατακρίνουν.

 

     Φλεβάρης 2003

ΤΟ ΘΕΜΑ ΠΑΡΑΠΕΜΦΘΗΚΕ ΣΤΟΝ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΑ
Η φήμη της πολυμαθείας του έφτασε
ίσαμε το χαλίφη της Βαγδάτης
που με το χέρι του έγραψε στο Λέοντα
τον Μαθηματικό: «Αν έλθεις προς ημάς
και τ’ ακριβά σου φώτα μας χαρίσεις,
ολόκληρο το έθνος των Σαρακηνών
θα σε δοξολογεί, θα σου προσφέρει
δώρα και πλούτη πού άλλος δεν κατέχει».

 

Ο Λέων, ο πτωχός πανεπιστήμων,
έδωκε την περγαμηνήν, ωσάν καλός
βυζαντινός Ορθόδοξος, στην Πρυτανεία.
Το θέμα παραπέμφθηκε στον Αυτοκράτορα
πού είπε όχι. «Σαν εχθροί του Γένους
δεν πρέπει να κερδαίνουν από τη σοφία μας.
Αλλωστε τι μπορούν να καταλάβουν
από τα πορφυρά και τα μετάξια μας;
Ακόμα κι οι ευνούχοι κι οι θηλυπρεπείς
κι οι μαχμουρλήδες χασομέρηδές μας
ενδύονται πολυτέλειαν να τους ζηλεύεις!
Είμαστε φύσει ανώτερης ποιότητας·
η γλώσσα μας κι ή πίστη μας και τα φορέματά μας.»

 

Για ν’ αριστοκρατήσουν δε το Λέοντα
τον χρίουν Αρχιεπίσκοπο, του δίδουν
το σώμα όλο και την κεφαλήν
του Πανδιδακτηρίου της Μαγναύρας.
Και τούτο εις πείσμα όχι μόνο των
Σαρακηνών μα και του Μιχαήλ Εβδόμου·
μετά τη συντριβή του Ρωμανού
Τετάρτου Διογένους (Μαντζικέρτ)
αυτός ο Μιχαήλ αντί πυγμής
ενασχολούνταν με κακά ποιήματα.

 

           2000

ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΔΕΝ ΕΛΕΓΕ ΚΑΘΟΛΟΥ ΝΑ ΣΩΠΑΣΕΙ, Α΄
«Μπορώ να δώ το σπίτι μου;»
‘‘Οf course! You are the owner’’.
Τριγύρω κάκτοι και βασιλικός.
Λευκοντυμένο ανάλαφρο κορίτσι
εσκίρταε μετάρσια εκκλησιά.
«Εδώ, καλή μου αρχόντισσα, γεννήθηκα».
‘‘You are the owner’’, η κυρά ξανάπε.
Πώς τα σωστά εγνώριζε μηνύματα
να βγάζει από μια βελονοθήκη!
Διασαλευτής ανθώνας μοσκομύριζε.
Ανάρια νύχτα εσκόρπαε αληθινό σκοτάδι.
«Πώς λέγεστε, κυρία;»
«Τ’ όνομά μου Σεχέρ».
«Και μένα Ευφροσύνη».
«Να ζήσεις. Άι, στο πρόσωπο
του άλλου το σπιτικό σου συντυχαίνεις .
                                                                   «Σκάβει
ο ουρανός τη γη νυχθημερόν».
«Κάτσε στο φως, αγαπητή γυναίκα,
 να σε κεράσω λεμονιές κι ανθίσματα.
Μη βλέπεις την ποδιά μου που τυλίγει
φθαρμένα λίγα μήλα· μελανίσματα».
Κι αφού νεκροστολίσανε το δείπνο
με τα σπανίας τέχνης μαλαματικά,
σαν άλλος Αχιλλέας, άλλος Πρίαμος
σήκωσαν ένα θρήνο οι δυο για κείνα
που είχε στο μυαλό η καθεμιά.
2000

ΤΟ ΓΙΑΣΕΜΙ ΔΕΝ ΕΛΕΓΕ ΚΑΘΟΛΟΥ ΝΑ ΣΩΠΑΣΕΙ, Β΄
Τον σκότωσα και δεν τ’ αρνιέμαι κι ούτε
μετανοώ. Τόνε μακέλεψα με θραύσμα
γυαλιού – το είχα στην καρδιά μου αντίβαρο
στη θλίψη που σε δάκρυα κολυμπούσε
(τα μάτια μου ήταν μάλλον ψάρια σ’ αιγιαλό,
στην απεραντοσύνη των δακρύων).
Στιγμή δε δείλιασα να πάρω απάνω μου
το κρίμα… Η νύχτα κρυαδερή
μέσ’ από τ’ άσπρο που δε φαίνονταν σεντόνι
εστάλαζε μιαν άναρθρη ουρανίωση.
Το μεταπόντιο στήθος μου αγρότευε σε κρίνα
κι έτσι τον έθαψα· με τούτα που θωρείτε
τα δυο λιγνά κλαριά μου.
                                                                  Η καψερή
 με χίλια βάσανα στο σπίτι μου μοχτούσα
να μπω, μ’ απόδιωχνε η κακούργα εκείνη
και ξενική ανατόλισσα, που μου ’δειχνε
τ’ αδέσποτά της φίδια. Σήκωνα στους ώμους
ένα νησί εννιά μπωφόρ τραυλίζοντας
ξέφλουδη ελπίδα. Σπρώχνοντας με βία
μπήκα στο πατρικό μου που γεννήθηκα.
Βγαίνω στον κήπο, «Να τον κήπο», εκραύγασα.
Κάνω να κόψω ένα χρυσό που κρέμονταν
μήλο των Εσπερίδων, «Κάτω το ξερό σου!»
Το χέρι –το γλυκύμαλο δεν άγγιξε
και τ’ απαγορευμένο– απελιθώθη.
Καταλαβαίνεις, κύριε αστυνόμε,
την επιφυλακή των αισθημάτων.
Εγώ στο σπίτι μου και κείνη να μου λέει
«Κάτω το χέρι σου!», η ζητιάνα, η στρίγκλα.
Να θέλω να περάσω στον καρπό μου
το μάρτη από τα φύλλα του…
                                                             Θεγιέ μου,
πού να ‘ναι ο ποιητής, σε ποιο αυτός κύμα
τα λόγια του σκορπάει; Θαν τονε βρω
και θα σ’ τον μάθω γράμματα σπουδαία.
Και μια και δυο δε δείλιασα επί τόπου
ναν τονε σύρω, ναν τον μακελέψω
με κείνο που κρατάτε το γυαλί,
να νιώσει επιτέλους πώς πονάν
οι άλλοι που τους άφησε απ’ έξω.
2001

ΑΡΕΘΟΥΣΑ
Κόρη Ελληνοκυπρίου, ο οποίος σκοτώθηκε το 1964 στην Πάφο, στάθηκε μπροστά σε τάφο Τουρκοκυπρίου (ετών 24), που έπεσε με τον πατέρα της στην ίδια περιοχή. Η κόρη αναρωτήθηκε μήπως αυτός είχε σκοτώσει τον πατέρα της ή μήπως αντίστροφα χάθηκε από το χέρι εκείνου. Ύστερα πήρε μια δέσμη από τα λουλούδια που είχε βάλει στον τάφο του πατέρα και την εναπέθεσε στον τάφο του Τουρκοκυπρίου, αφού τον καθάρισε από τ’ αγριόχορτα.
                                                                                                                                                              (Οι εφημερίδες, Φλεβάρης 2003).
Τα κόκαλα του ανάσταση γιομάτα
την κόρη του θωρούν τη μαυρομάτα
που ‘ναι σαράντα πέντε τώρα χρόνια
χαράς πνοή, με νύφες και μ’ αγγόνια.
Του ’φερε λίγα δροσερά π’ ανθίζει
ο μόσχος τους κι ο μίσχος λουλουδίζει
άνθη πού τ’ απιθώνει έπα στη μνήμη
οπούθε κρένει χορτασμένη κρήνη.
Αν η ζωή του γκρέμισε τα τείχη
ωστόσο τό ‘φερε θαρρείς ή τύχη
να κατοικεί σέ παραδίπλα τάφο
εκειός πού του ‘κανε τό σώμα τράφο.
Για να ’χ’ η κόρη του δουλειά να κάνει·
να του ξεχορταριάσει το φεγγάρι
κι απο την πλάκα του πατρός ολίγα
να βάλ’ εις Τούρκου τάφο άνθη και κρίνα.
                 Φλεβάρης 2003

INTRA VOSTRA SIGNIORIA
Στον Νίκο και τη Μάρω Πετράκη και τα τρία τέταρτα του φεγγαριού
Βόηθα Βόιλα κι Ετιά,
Χριστέ και Παναγιά.

 

Βόηθα Σαλαμών με το σταυρό στο στήθος
και συ, του τάφου το σκαθάρι, βόηθα.

 

Βόηθα δέντρο ζηλευτό και βρύση με το κρύο νερό.

 

Καιρός να πάμε στην Αμμόχωστο.

 

– «Εισελθέτω η αφεντία σας άνευ συστολής».

 

           Σεπτέμβριος 2002

ΜΗΠΩΣ ΝΟΜΙΣΕΙ Ο ΠΕΤΡΟΣ
Είπατε τοις μαθηταίς αυτού και τω Πέτρω.
Μάρκος, 16, 7
Ο νεαρός με τη λευκή στολή, την ασημένια πόρπη
και τα κατάξανθα μαύρα μαλλιά
και τα μελαχρινά γαλάζια μάτια
τις παρακάλεσε να παν να πουν
εκ μέρους του Ιησού στους μαθητές του
και −πρόσθεσε σφυρίζοντας σκοπό μεθυστικό−
τον Πέτρο, πως ο Κύριος άγει στη Γαλιλαία
όπου σας καρτερεί καθώς προείπε.
Αυτές από το φόβο τους κερώσαν
και σε κανένα τσιμουδιά· χάσαν τα λόγια,
μπερδεύαν τα καλώδια. Μονάχα
ένας γροικούνταν πετεινός που με το πρώτο
φως της αυγούλας έκανε γαργάρα.
Κι ο Πέτρος ο καημένος δεν την έμαθε
ποτέ τη λεπτομέρειαν αυτή: Εκείνος
που τον αρνήστηκες μια νύχτα στον αυλόγυρο
δειλαίας αποστροφής, Εκείνος, τώρα, Πέτρε,
σου αποστέλλει απ’ τον κενό του τάφο
συγγνώμης αγριολούλουδα.
            Σεπτέμβρης 2000

ΑΠΟΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΣ ΙΟΥΛΙΑΝΟΥ
Να πάρεις από δω, Ειδωλιανέ,
τα ληρήματα και τους μύθους
του ξεγελασμένου νερού.
Τον άφωνο Απόλλωνα,
τον ανδρόγυνο Διόνυσο
και τον φαλλό, το μέγα σου μυστήριον.
Και βάλε ακόμα στο γομάρι σου
την πόρνη Αφροδίτη
(την γάμων αισχρών υπηρέτιν)
και τον Ερμαφρόδιτον και τον Πρίαπον
και τους διεσπασμένους θεούς.

 

Εκείνος ολόδακρυς κοίταξε
τον Γρηγόριο και τον Βασίλειο
στα ευσεβέστατα μάτια.

 

Τέσσερα χρόνια τον χώριζαν
τέσσερα χρόνια
η μεταξύ των διαφορά.
Μάρτης 2000

ΚΥΝΕΣ ΣΥΣΤΡΑΤΙΩΤΑΙ
Κάποιος Αθηναίος πήρε μαζί του στη μάχη του Μαραθώνος ένα σκυλί − είναι ζωγραφισμένοι και  οι δυο στην Ποικίλη Στοά. Το σκυλί έδειξε γενναιότητα, και για τον κίνδυνο που διέτρεξε έλαβε ως αμοιβή την απεικόνισή του.
                                                                                                                                                          ΑΙΛΙΑΝΟΣ, Περί ζώων ιδιότητος
I
Κι έλεγε τ’ αφεντός ο σκύλος: «Μάστρε,
δεν κάνω βήμα εγώ χωρίς εσένα·
μαζί μου θα σε πάρω και στη μάχη».
Και όντως απέδειξε της γενναιότητός του
τα δόντια στο πεδίον του Μαραθώνος
το ελαιόκορμον και το βαθύδενδρον.
Εκεί που του μηδίζοντος Ιππία
έπεσε δόντι που κουνιόνταν (γέρος!)
κι έψαχνε μες στην άμμο να το βρει.
Ας μη φταρνίζονταν, να μην ακούσουν
οι Αθηναίοι κι οι Πλαταιείς το «έγια μόλα»
και να χυμήξουν σαν θεριά μ’ έναν ολόκληρο
ψηλόν οπλίτη στο πλευρό τους·
τα γένια του, αγαπητοί, σκεπάζαν
το εύρος της ασπίδας του· τρισέλαμπε
σαν Αι-Γιώργης μέσα στα σπαρτά.
ΙΙ
Δεύτερος τύπος σκύλου –κρητικού–
με την ως άνω δένεται ιστορία.
Γιατί κατέβηκε κι αυτός στον Άδη
ν’ αφήσει εκεί το δόντι ακτινοβόλο.
Τι έγινε το ξέρετε· μες στο σωρό
που ρίξαν τους εξήντα δυο μαρτύρους
ήταν κι ένα σκυλί, μια λαγωνίκα.
Μπορεί ξυστά να πέρναγε το δόλιο
αλλά δεν ημπορώ να μην εικάσω
πως από χέρι Γερμανού εχύθη
το αίμα του στο πλάγι τ’ αφεντός του.
         Μάης 2008

ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ λ, Β΄
Στον Χρόνη Μπότσογλου

 

Την είδα τη γιαγιά μου στ’ όνειρό της
που ήταν καμωμένο από γυαλί.
Φορούσε τα κοκάλινα γυαλιά της,
το φως της στο σταχτί βαμμένο κι είχε
στο χέρι της τσαμπί.
«Γιαγιά», της λέω,
«ο Φιλοκτήτης έκλαιγε την ώρα
που χωριζόταν από τη σπηλιά του·
την είχε ανταγαπήσει σαν το φως του
περιπαθώς, την άραχλη· άλλα συ
τα μάτια σου δεν είναι σαν και πρώτα
κι ούτε θωρούν το δάκρυ τους. Γιατί;»
«Τ’ αηδόνι, γιε μου, κάνει τη φωλιά του
εκεί π’ ακούει νερό και βγαίνουν τ’ άστρα
τόσο κοντά, που αν πιάσεις το καλάμι
νομίζεις θα τ’ αγγίσεις. Λέγε με ηδονή.
Μόλις νυχτώσει βγαίνω με κουδούνια
και μηρυκάζω αργά, καθώς ξαπλώνω.
Η τέχνη, γιε μου, πρέπει να στεριώνει
απάνω στων πραγμάτων την αλήθεια.
Παράδειγμα ο γρύλος του σπιτιού
’ποκάτω από της μάνας σου τη γούρνα,
ο σκύλος που γαβγίζει πέρα μάκρου,
ο γκιόνης με το άσμα του κρυμμένο
σ’ αγριοχαρουπιές μες στο τραχώνι».
«Όμως εγώ, γιαγιά, όσο μιλούσες,
πλασμένα από πηλό τα προσωπεία
στα πόδια σου μετρούσα κι απορούσα
μέλος μην είσαι αόρατου θιάσου».
Δεν ξέρω, φίλοι, όμως η γιαγιά μου
ήταν φιγούρα που πηγαίνει νά ‘βρει
κουτσαίνοντας το φίδι του σπιτιού της.
                                                   «… Και το φως σου,
γιαγιά, λιγόστεψε· να ’ρθώ να σε βοηθήσω».
«Γιε μου γρουσέ μου, βλέπω· έχει φεγγάρι».
Κοιτάζω και θωρώ κι εγώ εκεί πάνω
κι ήτανε δυο στο μουσαμά φεγγάρια.
         Σεπτέμβρης 2003

ΤΗΣ ΑΝΔΡΙΑΝΗΣ ΚΑΙ ΤΟΥ ΑΔΕΛΦΟΥ ΤΗΣ
Άλλοι κορφές ανακαλούν, άλλοι χρυσούς αστέρες,
κόρη βαριοκακόμοιρη κράζει τον Παναγιώτη:
Πώς μαύρισε, αδερφάκι μου, άξαφνα το σκοτάδι
απ’ αλυσίδες δάκρυα, λαβωματιές μυρσίνια;
Δώδεκ’ αδέρφια στη σειρά, σαν σε τροχό τριγύρω
από του ποδηλάτου σου τη ρόδα που γυρίζει.
Και σου ’λεγα μες στην καρδιά και σου ’λεγα στα μάτια:
«Γιατί το φόρεσες στραβά σαν μόρτης το σκουφί σου
πριν γίνει χίλιες αστραπές τ’ ανέσπλαχνο κορμί σου;»
Δεν είχες δάκρυα συ για με, δεν είχες μοιρολόγια,
μονάχα ρούχα αιμόφυρτα, τα βλέπαν μαραμένα
κεινοι που κράζαν τις κορφές, κείνοι που κράζαν τ’ άστρα.
Κι εγώ περιλυπούμενη τη μάνα μου άρωτουσα:
«Τα ρούχα σαν θα πλύνουμε, τ’ απόνερα που πάνε»
«Τ’ απόνερα συνάζουμε σε σίκλο, να μην πάνε
μαζί με τ’ αποπλύματα στα λύματα του δήμου.
Έτσι γλυκά και τρυφερά τα βάζουμε σε κόχη
στο πλάγι της δεξαμενής, να σμίγουν με τα μύρα
όσων μωρών βαφτίσαμε, καλή μου Ανδριάνα».
Και πήραμε τ’ αδέρφια σου εφτά ποτάμια αίμα.
σκάμματα εφτά τον ουρανό ξεπλύναμε για σένα,
Γύρω τριγύρω γύριζε μες στην παλιάν αυλή μας
αμοναχό ποδήλατο, κι ίσως γυρίζει ακόμα.
        Απρίλης 2002

ΟΙ ΚΟΥΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΠΥΛΟΥ Α΄
Και μου ’λεγεν η μάνα μου: «Τον άδερφό σου,
κι ας έχει μπόι θεόπνευστο, να τον προσέχεις,
είν’ άγουρος ακόμη, δεν κατέχει
την τέχνη της ζωής». Το λόγο μου της δίνω.
Αλλά στη μάχη απάνω πέσαμε κι οι δυο −
δεξά εγώ, αυτός ζερβά με τ’ άλογό του
που γίνηκε λιοντάρι απά στον τάφο
και μένα σφίγγα τώρα με στολίζει.
                    Μάης 2002

ΟΙ ΚΟΥΡΟΙ ΤΟΥ ΔΙΠΥΛΟΥ, Β΄
ψηλός σαν κούρος του Δίπυλου (δύο και δέκα)
οντάς εγώ, δες τώρα σε κοιτάζω
να κυβερνάς τ’ ανάθημά μου ετούτο
που με τα νύχια σκάβοντας ευρήκες
σε ύπτια θέση. Ξένε, να γνωρίζεις
πως άλλα πήγαινα, όπως συ, να πράξω
κι άλλα με βρήκαν.
Μάης 2002

ΒΕΡΕΝΙΚΗ
ΙΣΙΔΩΡΟΥ
ΜΙΛΗΣΙΑ
ΜΕΝΑΝΔΡΟΥ
ΑΙΘΑΛΙΔΟΥ
ΓΥΝΗ
Η Βερενίκη
εάν τη συναντούσα
θα ’λεγα στον πατέρα της Ισίδωρο
να μου την έδινε με τα προικιά της.
Με πρόλαβ’ ένας Μένανδρος και τώρα
την έχει αυτός γυναίκα του σε τάφο.
         Μάης 2003

Η ΓΚΙΛΟΤΙΝΑ
Καθώς ετοιμαζότανε να κόψει
τον κρουσταλλένιο της λαιμό, σκουντούφλησε
απάνω στ’ άρωμά της από κέδρο,
λεβάντα, κίτρο, ροδοπέταλα, ίασμο
κι απελευθέρωσε συμπληρωματικά
βανίλια, ίριδα και σανδαλόξυλο.
Φλεβάρης 2005

ΚΛΑΙΕΙ ΚΙ ΕΚΕΙΝΗ
                                                                                                                              Στον Σταύρο Ζουμπουλάκη
Μη ακούγοντας εδώ και ώρα τον ήχο του κλειδοκυμβάλου, ενστικτωδώς μισανοίγει απαλά την πόρτα του δωματίου όπου δουλεύει ο Μπαχ. Έχει φτάσει στο σημείο που ο Ιησούς πεθαίνει πάνω στο σταυρό και βλέπει τον άνδρα της, με γερμένο το κεφάλι πάνω στο κλειδοκύμβαλο, να κλαίει. Πηγαίνει τότε στο κατώφλι και σιωπηρά κλαίει κι εκείνη.
                                                                                                                                                                                        FAUSTO MELOTTI
I
Η δεύτερη γυναίκα του Μπαχ,
η δεύτερη γυναίκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού,
η δεύτερη Μαγδαληνή και η δεύτερη Σαμαρείτις,
η δεύτερη εν ολίγοις Μαρία η Αιγυπτία,
όλες μα όλες πεθαίνουν πάνω στο σταυρό
μιας νότας, στην καθεδράλα των ήχων,
στα κλειδοκύμβαλα που ηχούν αγνώστους ποταμούς
και φως αστέρων οπού σ’ άλογα καβάλα
μοχθούν νυχθημερόν για τ’ ακρογιάλι
του παναρμόνιου σώματος· εκείθε
φωνή δεν ξεμυτίζει απ’ τ’ αργαστήρι
του μάστορη που πελεκάει τους ήχους.
Έχει κι αυτός αλίμονο αποθάνει
και το κεφάλι (μάτια πικραμένα,
χείλη που στάζουν δάκρυα) γονατίζει.
Καθώς του πόνου η δεύτερη γυναίκα
την πόρτα του ακρανοίγει, καταθραύει
 ακούσια τον ιστό που συνυφαίναν
αρχάγγελοι Σιωπής
Ένας την είδε, ο πιο λεπτός απ’ όλους,
της χαμογέλασε και κείνη από ντροπή
επτασφραγίζεται, αθόρυβα πενθεί.
Από το κλάμα το πολύ την άκουσε
σάμπως από τον ύπνο του εγερμένος
ο Ιωάννης Μπαχ: «Τις με καλεί;»
Το χέρι του στο αίμα βουτηγμένο
αρχίζει να γυρνά προς το ουρανί.
II
Η δεύτερη γυναίκα του Μπαχ
η δεύτερη γυναίκα του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού
και ο Σίμων Κυρηναίος.
Ο κεντυρίων μαστίγωνε τον ήχο τους.
Ποια μουσική ανηφόριζε το Γολγοθά;
Ποια μουσική διετείνετο πως έχει
το κάλλιστο αίμα;

 

Την ώρα πού σφαζόντουσαν οι λέξεις
την Ιερή ευφημούσαμε σιωπή.
                                                                                                    Απρίλης 2005

 


 

ΤΗΣ ΑΓΑΠΗΣ
Αθθοφορούοα μου τζυρά που το φιλίν σου τρέμει
άμαν το σούζει ο άνεμος τζι αρπάσσουν το οι αντζέλοι.

 

Αθθοφορούσα μου τζυρά που το φιλίν σου ξέρει
ότι το σούζει ο άνεμος τζαι τρέμω μεν τζαι τρέμει.

 

Είσαι του φέγγους η κορφή, της καλλονής η μάνα,
μ’ εσέ θροφίζεται η καρδιά το μέλι και το γάλα.

 

Κάλλος ψυχής στο πρόσωπο και στη φωνή σου αγγέλοι
με ροδοκάλια πτερυγάν κι εγώ τι μ’ ανιμένει;
2005

ΤΟΥ ΤΡΑΠΕΖΙΟΥ
Ως αποστάζ’ η τσικουδιά, έτσι αποστάζ’ η αγάπη
που ’χει σταφύλι στην καρδιά, στο μέλι το γινάτι.
Όσο καλή ’ν’ η τσικουδιά που καίει τα σωθικά μου
τόσο μ’ αυτή δροσίζεται η έρημη καρδιά μου.
Στη μια μεριά ειν’ ο Λούκουλλος, στην άλλη ο Κορνάρος,
τρώνε και πίνουν και λαλούν, παίδεψη να ’χει ο Χάρος.
Οι νοστιμιές των λέξεων στου Λούκουλλου το στόμα
απ’ του Κορνάρου τη σοδειά διώχνουν και Χάρο ακόμα.
2002

 

Comments are closed