«Ίμερος»

ΣΤΙΓΜΑ ΘΕΑΣ
Χαμογελώντας με ροδί χαμόγελο
προσηρμοσμένο στον αφρίζοντα πόντον
η Κυπρογένεια πλημμυροί τον αιθέρα.
Σφενδάμνινα φυλλώματα και όμβροι
ανέμων υπαιθρίων στροβιλίζονται
στον ασταθή ουρανό της. Εκεί τ’ άστρα
ελαύνουν δεξιά, κατά τον πόλον.
Πώς η συναπτική σχισμή της αναγκάζεται
να θυσιάζει ακρίβεια, εισάγουσα
καινοφανούς καθρέπτου την αντιστροφήν!
Και πώς της Αιθερίας η κεφαλή
αποδεσμεύει μήλινους βοστρύχους
κι επιταχύνει το ήλεκτρον!
Κοντά σ’ αυτά, διαβάτη, πρόσθεσε χρυσάμπυκες
και χάριτες κυκλαδικές, που περιβάλλουν
την Αργυρή, μ’ εσθήτα φωτονίων.
Ο Ποσειδών, με το ζερβό στο χέρι ψάρι του,
θροΐζει, διεγείρεται η ψυχή του
σ’ υφάλμυρη εποχή, μπρος στο τελούμενον.
2007

ΜΗΛΙΤΗΣ ΕΡΩΣ
Ο λόγος που εχθρεύονταν την Αφροδίτη
σε όλα τα πεδία των εξ Αυτής
δαπανηρών διεγέρσεων ήταν ότι
αυτές οι δύο θεές και στυλοβάτισσες
του γάμου, της σοφίας, της αρετής
στα δίκτυα της πιαστήκαν.
Τούτο γιατί στα όρια των θεϊκών
δυνατοτήτων τους το Άπειρο μετατονίζονταν
σε ομορφιά, ωραιότητα και κάλλος.
Το θείο Αιδοίο εχώνευε στην τέχνη του φωτός του
το μέγα πλεονέκτημα του μήλου.
Για να το πούμε απλούστερα και με δικά τους
χρώματα, η θωριά συναπαντούσε
το σύνολο της ύλης, ξεμολύνοντας
ό,τι κακό και δύσμορφο απ’ τον κόσμο.
Στον ερω, που αθεράπευτα εκοσμούσε
τις ελικοειδείς αναλαμπές
και τις πτυχώσεις της ζηλοφθονίας,
μαγνητικά κολλήσανε τα μέταλλά τους.
2008

ΚΥΘΕΡΕΙΑ
Τα Χερουβίμ, παρά το νεαρόν
της ηλικίας τους, με προφυλάγουν
από κατολισθήσεις ψυχικές.
Η αιχμηρή τους αίσθηση ακοντίζει
αμάργαρη ποσότητα φωτός.
Μακάρι να μπορούσα να σηκώσω
του στήθους μου τους σταλακτίτες
επάνω από τ’ ανέσπερα φτερά.
Τι φυσικότερο για μια γυναίκα
θεά ωσάν κι έμενα, όντας άγαλμα
σπανίων δεξιοτήτων, η πνοή μου
να ήταν το δοξάρι ενός βιολιού.
Η μουσική ούτως ή άλλως είναι
δέρας ονείρου, κάλλους διαστολή.
Στα χέρια του Διός εναποθέτω
του πλήρους σώματος την εκροή.
2007

ΑΔΩΝΙΣ
Όταν η ροδαυγή άσπριζε τα τζάμια
ΦΛΩΜΠΕΡ
Χαϊδεύει τα μαλλιά του Αδώνιδός της
με θαρραλέο χέρι και του λέει:
«Είσαι καλός εσύ! Πολλοί εραστές μου,
ανάλγητοι κι ευνούχοι τοκογλύφοι,
πριν συ τις παπαρούνες πλημμυρίσεις,
προδώσαν της καρδιάς μου το ταμείο.»
Τώρα μονάχη με τις ανεμώνες
να την κοιτάν π’ αμίλητη χαϊδεύει
τ’ Αδώνιδός της τα μαλλιά με χέρι
σάν θαρραλέο και μ’ ατόφια μύρτο
«είσαι καλός εσύ!» του ψιθυρίζει.
2011

ΜΕΤΑ ΘΑΝΑΤΟΝ ΕΡΩΣ
Η πτώση των πετάλων της Τροίας
έκανε τ’ άστρο-Ελένη να προβάλει
την ψυχή και το πέπλο της
έξω απ’ το χρόνο.

 

Αλλ’ ο Έκτωρ ημίγυμνος,
που δε στοχάστηκε να βεβηλώσει
(ακόμα και στο θάνατο αμετάπειστος)
μια τέτοια οπώρα, συναπάντησε
τον διάκοσμο της αμαρτίας
και την πλάγια σκιά της.

 

Δεν ομιλώ εδώ για την Ελένη
παρά για τη μοιραία συνουσία
και τη σύντηξη των ευγενών δακρύων
εκείνης που δεν είχε λόγο πια να υπάρξει»
2008

ΕΛΕΝΗ
Σε κύματ’ ασημένια και χαλκά
που ανεμίζουν κυκλικά στο κοίλο πέλαγο
η Ελένη κοιμάται.
Χαμόγελο πουλιού σε άμπωτης λαγόνια.
Βλέφαρ’ ανοιγοκλείνουν πλημμυρίδας
Ορχηστρική ευωδία δόκιμου αετού.
Δασώδεις λαγκαδιές που νοστιμίζουν
το άβατο της Άνασσας.
Χερουβικές φωνές επιθαλάσσιες.
Και μια νιφάδα ύπαρξης σε κήπο αυγής.
Παιδίσκη κλέβει από του πρίγκιπα το χέρι
μήλο το εκλεκτό.
2011

ΜΕΝΕΛΑΟΣ
Έχοντας φτάσει πιά κι αράξει στην πατρίδα
βυθομετρά στον ξύπνο του κατακλυσμούς
και πάθια που αναλώθηκαν στην Τροία.
Κύλησαν χρόνια και πολύ νερό
στον γυμνικόν Ευρώτα.
                                                Ο πρωταφέντης τώρα
της γης και τ’ ουρανού της Σπάρτης δε βολεί
να παραμείνει μάχιμος και θέλει ν’ άποσβέσει
αστοχασιές και κάτοπτρα και περιδέραια
της παλαιάς Ελένης.
                        Έγειρε κι αυτής
η περδικόστηθη λαχτάρα για τα πέρα
που η πλανεύτρα Κύπρις κάποτε της έπλεξε.
Τώρα θαρρεί που όλα ήταν του ύπνου
—ονειροφαντασιά— και δεν αρμόζει
στη θέση της και την πορπατησιά της
να τ’ αναδεύει στο μαβί μυαλό της.

 

Μοιραία διαφωνεί με του Μενέλαου
την αργοστόλιστη ψυχομετρία.
Γιατί αυτουνού τα κύματα των σπλάχνων
την πανθομολογούμενη γαλήνη του αναστρέφουν
2010

ΑΥΤΟΕΙΔΩΛΟ
Καθώς κοιτούσε στον καθρέφτη
τ’ αφράτο της κορμί
χρόνια μετά την Τροία
θυμήθηκε πώς είχε λησμονήσει
το μπρίκι στη φωτιά.
Αφήνει το γυμνό της στήθος στον καθρέφτη
και τρέχει. Γιά καλή της πάντως τύχη,
σαν από μόνη της, μαράθηκε η φωτιά.
Έκτος κι αν κάποιος λέει θεός να μπήκε
με το γλυπτό του σώμα και την έσβησε.
Όπως κι αν έχει, ο καθρέφτης περιμένει
εκείνο το περίτεχνο κορμί
π’ ανάλαφρα η πρώην μαστόρισσά του
είχε στην Τροία προ χρόνων αποθέσει
πριν η φωτιά του σώματος σβηστεί.
2006

ΣΤΗΣ ΩΡΙΑΣ ΤΟ ΚΑΣΤΡΟ
                                                          Στη Νίνα Ιακώβου
Κτίζει τα τείχη της στα στήθη της απάνω.
Τρογύρα σαγιτάρηδες προσφέρουν
σ’ αυτήν γραφή σε μήλο ευγενισμένο.
Της λεν θα την παντρέψουν μ’ έναν άντρα
που ξέρει κι από κάστρα κι από λάμπος.
Αδυνατεί ν’ ακούσει τη φωνή τους.
Μπρος στο παράθυρο της η σελήνη,
ως αναβρύζει, χάρη της χαρίζει
σε σχήμα κρόκου, μάλλον απ’ τη χάρη
κλεμμένη κι απ’ τα χρυσοδακτυλίδια
των δυο ημιπολύτιμων χεριών.

 

Όμως ο άντρας είναι πονηρός·
ντυμένος Ελληνάκι και λαλεί:
Ανοιξε, κόρη, άνοιξ’ και σου φέρνω αφρό
από την Καλαμάτα και τα Κύθηρα.
Χορεύεις, δε χορεύεις, άνοιξε να ιδείς
πώς σπαρταρά το ψάρι στην Παλαίπαφο
που σπαθωτές κοπέλες τη μυροβολούν
κι εσύ στη μέση στέκεις μελανού βουνού.

 

Εκείνη δεν διστάζει, ξαφνική αστραπή
τα στήθη της ταράζει, τα τειχιά κινεί,
γέφυρα κατεβάζει, βγαίνει στη σκηνή.

 

Την είδε το Ελληνάκι, κατατρόμαξε·
ξαναγυρνά Τουρκάκι και ξεψύχησε.
2008

ΑΓΑΜΕΜΝΩΝ
Έστιν θάλασσα — τις δε νιν κατασβέσει;
ΑΙΣΧΥΛΟΣ, Αγαμέμνων
Στόμα της Κλυταιμνήστρας που φιλούσε
τ’ ακοίμητο και πορφυρό χαλί:
– Τη θάλασσα, τη θάλασσα και ποιος θα τηνε σβήσει;
– Εγώ, της λέει ο άντρας της, θα μπω να τηνε σβήσω.
– Δώσε μου λόγια της αυλής, τρανέ καραβοκύρη.
– Έχει στη μέση ένα δέντρο με τροφαντά λεμόνια
κι αν σκίσεις το τραγούδι τους, πάλι λεμόνια θα ‘βρεις.
– Είσαι, του λέει, ο άντρας μου, που θα μοιρολογήσω.
2011

ΣΥΜΦΕΡΟΥΣΑ ΝΕΙΚΩΝΟΣ
Αλήθεια, τι να γίνεται
η Λίβυσσα Συμφέρουσα
του δήμου Άπτεραίων
ταφείσα με κατάθεση λύπης
σε τύμβον Άδου αρμόζοντα
στη σεμνοπρέπειά της;

 

Κι ο Νείκων, ο καλός ανήρ,
που χώρεσ’ επί λίθου τη μορφή της
κρατώντας την κλεισμένη
στα εγχάρακτα του δάκρυα,
σε ποιο σκοτάδι άραγε σκορπάει
τα κρόσσια της παρηγοριάς;

 

Ίσκιοι άλογων διαπερνούν τον δίφρο του
κι ο θάνατος ατίθασος τα μαστιγώνει.
2007

ΛΙΛΑΙΑ
Στον Ηλία Δημητρίου

 

Ανέβαινε αργά τον Αρδηττό
πριγκίπισσα των κυκλάμινων
μια χελωνίτσα, τ’ όνομά της άγνωστο.

 

Ζωγραφιστό χαμόγελο δεν έλαμπε
στο πρόσωπό της, έσβησε κι η μνήμη
τ’ Απόλλωνα που είχε κάπου εκεί
βωμό. Το κενοτάφιο του Ηρώδη
του Αττικού τη ζήλευε απ’ αντίκρυ.
Κι ανάμεσα τους βάθαινε το Καλλιμάρμαρο
μ’ αλλαγμένους ουρανούς.

 

Τα πράγματα ήρθαν έτσι στον καιρό μας
κι η Λίλαια, πανάρχαια ναϊάς
που κατοικεί παράπλευρα στο λόφο,
δεν έχει πού να κλίνει το κεφάλι.

 

Ο έρως απ’ τη φύση του είναι ξένος
σ’ αυτόν τον κόσμο· το είπε μια θνητή
γυναίκα που σβηστά θαρρώ είχε χείλη.
2008

Ο ΣΑΛΠΙΓΚΤΗΣ
Του δ’ ερώντος έλεγε την ψυχήν
εν άλλοτρίω σώματι ζην.
ΠΛΟΥΤΑΡΧΟΣ
Άγγελος σε κατάσταση οργασμού
της έμνοστης αγίας Θηρεσίας
κοιτάζει την οσφύν.
Από εκεί κατέρχεται
ολοταχώς προς τους προσαγωγούς
λαγόνων και σαλπίγγων.
Ημιπολύτιμοι τον συντροφεύουν λίθοι
εντοιχισμένοι μόλις μες στο φως του.

 

Εκείνη τον θωρεί κατ’ ευφυή
σύνταξιν της εικόνος· αλλά τούτο
δηλοί εκείνον μια ψυχή γιομάτη
δάκρυ φωτιάς κι ασίγαστη ευδοκία.

 

Πρώτο λοιπόν κεφάλαιο και κανόνας,
αυτού το έλυτρον, αυτού η καταβασία.
Άνω η θάλασσα και σπαρταρά και θάλλει.
Εκεί θεοί και Αθήνα Παρθένος
τη συγκροτούν εις βάθος αισθήσεων και σκαρμών,
ενώ οι ζωηφόροι Ζευς και Αι-Νικόλας
την πνίγουν στης Αγάπης τα φιλιά.
Κατόπιν, όπως λεν, ωρίμου σκέψεως
(τ’ ώριμο πάντα κρίνεται «ακατάλληλο»)
η Αγάπη καταλήγει στον ερωδιό,
στο μήλο και τον σκώληκα –πράγματα θεία
που έτυχε ως άνθρωποι να στερηθούμε.
2006

Comments are closed