«Στη γλώσσα της Υφαντικής»

ΟΡΑΤΟΤΗΣ
Πήρε τ’ ομοίωμα του προβάτου
και τον χάλκινον όφιν,
πήρε τη στάμνα τη χρυσή
και τη λαβή του προφήτη
κι ήρθε γεμάτος άρτο, να κηρύξει
την εξεικόνιση της Αποκάλυψης.

 

Αδύνατον λοιπόν ν’ αντλεί ο Θεός
άλλη φανέρωση απ’ τη σάρκα.
Μ’ αγγίζει και θαρρείς ανατριχιάζουν
οι άγγελοί Του μέσα στον κρυψώνα.

 

Μου λέει: «Ποίηση είναι τα πουλιά
που κολυμπάν σαν ψάρια στον αέρα,
είναι του λόγου, αν θέλεις, η γαστέρα
επιζωγραφισμένη στ’ ανοιχτά.»

 

Κι ο ουρανός επαίρεται πως ήταν
ντυμένος με λευκό μαβή χιτώνα,
Στην αποτύπωση του φεγγαριού του
κανένα σύννεφο δεν βεβηλώνει
εκείνη την ψηλάφιση της σάρκας.
Όμως εγώ σε Σένα, Κύριε, τι προσφέρω
όπου δεν έχω ένα μαντίλι να σε δώσω
και σάνδαλα σκιάς των μελλούμενων
ακάνθινων στεφάνων κι ουδέ είμαι,
αλίμονό μου, τόσο αμαρτωλός.
2007

ΘΑ ΠΑΩ ΣΤΟΝ ΑΣΚΛΗΠΙΟ Μ’ ΕΝΑ ΚΟΚΟΡΙ
Χάριν της ευτυχούς χρήσης της γλώσσας
θα πάω στον Ασκληπιό μ’ ένα κοκόρι
και θα του πω για τον καλό σκοπό μου.
Εκείνος με ιερείς-θεραπευτές
γνωρίζει νόμους και φαινόμενα της ζωής,
γνωρίζει και την πρόβλεψη της ιστορίας
και βάνει τα στρωσίδια του κατάχαμα,
τη γλώσσα μου ν’ αρμόσει στα όνειρά μου.

 

Ο φόβος του μην τύχει κι αποτύχω
τον εγκρατεί· κατέχει την αξία
του καθαρμού των ενυπνίων, μετέχει
το κατά δύναμιν, εξ όσων ξέρω,
στη θεωρία του λόγου· με ακουμπά.
2006

ΠΙΝΔΑΡΟΣ ΕΠΙ ΤΟ ΔΕΙΠΝΟΝ ΤΩ ΘΕΩ
Κοπιάστε, κύριε Πίνδαρε, και μην αργοπορείτε.
Σας περιμένουν οι θεοί κι ο Απόλλων.
Το φαγητό συνίσταται από ηλιαχτίδες,
φτερά του κύκνου, πύθωνα και φθόγγους
ηδυμελούς εν μέτρω διατροφής.

 

Παράδειγμα και ο Πάν: πριν από τρεις ημέρες
στον Κιθαιρώνα και τον Ελικώνα
ένα δικό σου ψάλλοντας τραγούδι
με φυσικούς του λόγου ετρέφετο χυμούς.

 

«Πίνδαρος επί το δείπνον τω θεώ.»

 

Μα δεν ακούσατε το καμπανάκι;
Στο τρίτο κτύπημα θα πρέπει να προσέλθετε.
Σε λίγο θ’ ακουστεί κι αυτού
η πρώτη λέξη.
2002

ΡΩΤΗΣΕ ΤΟΝ ΑΠΟΛΛΩΝΑ Η ΠΥΘΙΑ
Τώρα που είμαστε, Λοξία, οι δυο μας
ευθέως σου ζητώ να μου απαντήσεις
αν είσαι πράγματι θεός εκ γενετής.

 

Εκείνος θύμωσε πολύ και οργίστη.
Κι έβγαλε διάτα να τη δέσουνε στη δάφνη,
να την πετάξουν στον καπνό, ν’ αγνίσει
το στόμα της στην άμωμη αμφιλύκη.

 

Η μάντις το κατάλαβε, το νιώθει
από τη μουσική των υπερύθρων
χειρών του κι απ’ τα νάματα του χείλους.

 

Και πριν ματώσει ο ήλιος, πριν η νύχτα
χυθεί στο κρύσταλλο του αιθέρος και γιομίσει
από τα μέθυσα μύρα των άστρων,
τα πόδια του αγκαλιάζει και το στέρνο
και την τρανή λαλιά του και τη λύρα.

 

Έτσι ανακρούει το πένθος τη χαρά του
για τη μεγάλη σύμμιξη, χρησμοδοτώντας:
«Μύθου σαγήνη κάλλιο τυλιγμένος
παρά στου λόγου τή φθορά να υπάρχεις.»
2012

ΑΦΡΟΔΙΤΗΣ ΑΠΟΛΟΓΟΣ
Της Αφροδίτης ο μαστός δεν είναι
παρά εξωγενής ομολογία:

 

«Πόσο αργά σ’ αγάπησα, ωραιότης!
Δεν το ‘ξερα πως είσαι τόσο νέα
και τόσο παλαιά — δεν ήμουν ίσως
ο ρους των οφθαλμών και των λαγόνων.
Όχι, δεν ήμουν, δεν υπήρξα η θεία
και θαυμαστή γλυκύτητα, καθότι
τα λόγια δεν ταίριαζαν με το σώμα
κι “ο ουρανίσκος της καρδιάς”, που λέει
ο Αυγουστίνος της Ιππώνος, χαίνει.

 

Εγώ, η πολυπόθητη Αφροδίτη,
δε γεύομαι τα πράγματα σαν πρώτα –
η δρόσος την ευσέβεια δε ραντίζει.
Κι ο Πάρης, που για καύχημα τον είχα,
έσπασε το κοντάρι και δεν είναι
αυτός που από το χέρι θα μου πάρει
το μήλο. Τώρα πάει και δε γυρνάει
ο λιοπερίχυτος μαστός μου. Έτσι,
μονάχη με τη μνήμη να σπαράζει
κάτω απ’ το δέρμα, φίλοι μου, το νιώθω
πόσο αργά σ’ αγάπησα, ωραιότης.»
2012

ΤΡΕΙΣ ΙΠΠΟΙ ΟΛΥΜΠΙΟΝΙΚΕΣ
Σε τάφο στον Κεραμεικό χαμογελούν
τρεις ίπποι ολυμπιονίκες
γιομάτοι αυτοπεποίθηση· ανάγκη πλέον καμία
τα στυγερά ξωθιάς μαλλιά να περιπλέκουν
με τη δική τους χαίτη και το χαλινό.

 

Ελένη δεν υπάρχει πια, το ξέρουν
από τη φύση τους και το βιώνουν –
γι’ αυτούς έχει τελειώσει ο στεναγμός.

 

Τρεις ολομέταξοι ολυμπιονίκες
ίπποι γιορτάζουν μ’ ενθουσιασμό
τον ιδεαλισμό που κάποτε είχαν
και τώρα το πετσί του εν τάφω κείται.
2012

ΖΙΓΚΑ ΤΟΥ ΜΠΑΧ
Έγραψα μία ζίγκα ειδικά
για τον μικρό Χριστό να τη χορεύει
χωρίς να δυσκολεύεται στα βήματά του
κι αυτό, πιστεύω, τον διευκολύνει.
Μια μέρα μάλιστα που άνοιξα την πόρτα,
χωρίς εκείνος να με πάρει μυρωδιά,
τον είδα που κρατούσ’ ένα κεράσι
από της γραίας θείας του τον κήπο
και να χορεύει παίζοντας μ’ αυτό.
Τώρα που σκέφτομαι, μπορεί και να ’ταν
τρία τα κεράσια που τρελά στριφογύριζαν
στο ζωηρό ιρλανδέζικο χορό.
2005

ΣΤΟΝ ΚΗΠΟ ΤΩΝ ΗΡΩΩΝ
(Ενός λεπτού σιγή στο Μεσολόγγι)

 

Να θυμηθώ τους ήρωες σημαίνει
να μπω κι εγώ μαζί τους μες στον τάφο
τουλάχιστον τρεις ώρες και τρεις μέρες
κι ένα λεπτό
που η σιγή του αγγίζει τα πουλιά
καθώς αυτά κεντάν τον ουρανό
και διασπάνε τη σιγή των δέντρων.

 

Τα κυπαρίσσια στέκοντας σε στάση προσοχής
άλλο σκοπό δεν έχουν από τούτο:
την ακριβή τους τη ματιά
και το στηθαίο του άλγους, υπερυψωμένο
στην τρέχουσα σιωπή τους.

 

Είναι θεματοφύλακες ή μάρτυρες
ερώτων πολλαπλών, που ένα γύρο
κοιτάν κατάματα το θάνατό μας.

 

Ανυπεράσπιστοι εμείς και κατατζακισμένοι
πασκίζουμε να φύγουμε από την τετριμμένη
ροή του χρόνου με τιμή και δόξα.
Οι λέξεις έχουν ρόλο να προσθέσουν
στα πέρατα της μνήμης· λεπίδι, καταχνιά
και γλώσσες αψηλής φωτιάς ενισχυμένης
από κομμάτια κρύσταλλου. Ω κεφάλι
αγαπημένης αδελφής που πέφτει
 ενδεδυμένη ευπρέπειαν!
                                Πάνωθέ της
μικρά πουλιά, π’ αλίμονο δεν ξέρουν
άλλη δουλειά να κάνουν· μόνο κελαηδάν
την ώρα της μονόλεπτης σιγής –
άλλο για το παιδί του που λαβώθηκε
από μεγάλο αρπακτικό, άλλο για την καλή του
που μ’ ένα πιο γοργό από κείνο φτερωτό
μια μέρα το ‘σκασε και μοναχό τ’ αφήκε
στα κρύα κλαριά του δέντρου,
άλλο την αναγάλλια του για τα λαμπρά στολίδια
της φύσης, για τα σπόρια κι όλα τα καλά
που ο Κύριος και Θεός του σκόρπισε άπλετα.
2012

Η ΠΡΟΣΕΥΧΗ ΤΟΥ ΤΑΠΕΙΝΟΥ
Πιστεύω εις ένα Θεό χαμηλών τόνων
επωμιζόμενο ανώνυμους σπονδείους
ως επικεφαλής λεπτής οδύνης,
Θεό αλυσιτελή, ανισοσκελή,
αδωροδόκητο, αμιγή, απροσκύνητο
και κρυσταλλοπαγή κι ιζηματογενή,
με βήτα δάκρυα σε κύκνεια όρη,
ραίνοντας το βυθό μαργαριτάρια,
στα φτέρουγά του χύνοντας αργύριον έρωτος.
2007

ΕΝΤΑΦΙΑΣΜΟΣ ΠΕΡΣΗ ΠΟΙΗΤΗ ΣΤΗΝ ΕΛΛΑΔΑ
“Η τελείως λιτή κηδεία του ποιητή και μεταφραστή Φερεϊντούν Φαριάντ έγινε στην Καισαριανή, κάτω από άκρως ταπεινωτικές συνθήκες για τον νεκρό, καθώς λόγω των θρησκευτικών του πεποιθήσεων (ήταν Ζωροάστρης) η σορός του έμεινε στο προαύλιο του νεκροταφείου με θερμοκρασία γύρω στο μηδέν.”
                                                                                                                                           ΕΤΑΙΡΕΙΑ ΣΥΓΓΡΑΦΕΩΝ (10.2.2012)
.
Ο ταπεινός Φερεϊντούν κοιτούσε τη σορό του
χωρίς να ξέρει τι να πει, μ’ όλο που γνώριζε
—θα λέγαμε άριστα σχεδόν— τα ελληνικά.

 

Τρεμούλιαζε στην παγωνιά· τα λιγοστά στεφάνια
που τον σκεπάζαν μάλλον δεν αρκούσαν.
Δεξιά-ζερβά στοιχίζονταν αμήχανοι ποιητές
–έμψυχα δίκρανα όλοι τους– κι αυτοί τόσο λειψοί.

 

Αλλ’ αίφνης το μορμύρισμα των ελαχίστων
σειέται κι αναρροφάται από τ’ απόκρημνα
υμνωδιών, που μ’ ένα γδούπο από την Άβυσσο
επιχειρούν να εξέλθουν.

 

Και να, που τα παπλώματα της γης εσείσθη
κι ο κυρ Αλέξανδρος ασκώθη από τον τάφο
συντροφεμένος απ’ τον άλλο Αλέξανδρο.

 

Η σεμνοπρέπεια του λάρυγγός των
και το μικκύλον ρύγχος υπό τον μαστόν
του νοητού ηλίου ανακυκλώνει
τιτυβισμούς της πέρδικος και κλαγγασμούς αετού.

 

Ο χρόνος της εγκόσμιας Αγρυπνίας
δεν αλλοιώθηκε —το βλέπουν— διόλου·
οι μελωδούντες με χαρά το μαρτυρούν.

 

Αφού ο ιερέας και οι κανόνες
απαγορεύουνε ρητά την είσοδο
του ζωροάστρη ποιητή στον Οίκο,
αυτοί θα στήσουν έξω στο προαύλιο
το πρόχειρο ψαλτήρι τους για τον εξόδιο ύμνο.

 

Οι μυροφόρες, σαν θα ρθούν, αθέλητα θ’ αλείψουν
των σοφιστών τα εγκώμια
μες στου ναού τα εντός.
                                                  Απέξω οι αγραυλούντες
θ’ ανάψουν τις φουφούδες τους, θα χουχουλίσουν
επάνω απ’ των πταισμάτων τους τα κάστανα.

 

Και θ’ απολήξουν —όχι δίχως έκπληξη—
σε ποια του βίου ειδή! Σ’ ενός γερόντιου
που ’ρχόταν απ’ τα χιόνια και δεν ήταν
πάρεξ ο Έρωντας, ο Έρως π’ αναθέρμαινε
μέσα στη θεία του φύση πάσα πνοή.
2012

ΧΑΙΡΕΤΙΣΜΟΙ Σ’ ΕΛΛΗΝΙΚΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ
                                                                               Στον Γιώργο Σπανό

 

Πρώτος ανέβηκε ο Εφέσου. Τι χαρά
να βλέπεις και ν’ ακούς αρχαία ονόματα
κι ας έχει το λαδάκι τους σωθεί!

 

Όμως αυτά θα λέγαμε πως λάμπουν
πιότερο κι από ήλιο γαλανό.
Γιατί ο Εφέσου ανήκει σε σχολή
που πλάθει μέλος, γένος και αρχή.

 

Προς το παρόν κρατάμε τη μορφή
και τη φωνή του ως εμβληματική.
Γιατί —κακά τα ψέματα— ο Εφέσου
στο βάθος δεν υπάρχει- υπάρχει μόνο
το σχήμα και το κέλυφος εκείνου
που ’χε το φως του προ πολλού σβηστεί.

 

Έξαλλου από τη φύση δεν μπορείς
της λογικής να εξέλθεις. Κι είναι θαύμα
πώς κρουσταλλιάζουν τ’ άστρα σαν τα χιόνια
κι όμως το φως -η λάμψη τους- εξέχει
από το σώμα τους τρεπόμενο σ’ ατμίδα
που διόλου δεν αρνιέται τή φωνή τους,
γιατί το φως τους είναι καταρράκτης,
βοά και χύνεται χιλιάδες χρόνια
ώσμε να φτάσει εδώ σ’ αύτη τη γη.
2006

ΕΝΑ ΚΟΡΙΤΣΙ ΜΕ ΜΑΓΙΟ
Ένα κορίτσι με μαγιό
μπήκε στην εκκλησία
πλην όμως δεν διέκοψε
την ιεράν θυσίαν.

 

Ο νιος παπάς αντίθετα
της χάιδεψε τα μάτια,
της γλυκοχαμογέλασε
κι ας πάει στα κομμάτια.

 

Εκείνη —ακούστε τούτο δω
γιατί έχει σημασία—
του πρόσφερε τριαντάφυλλο·
μια είναι η ουσία.
2006

ΕΦΥΜΝΙΟΝ ΧΡΙΣΤΟΥΓΕΝΝΩΝ ΤΟΥ 1914
Τη μέρα που οι νεκροί παίξαν ποδόσφαιρο
ανέστη ο Κύριος.

 

Κόκκος σταριού στη σέντρα του αυταπόδεικτου.
Των αντιμάχω οι αγκωνιές αρμόζονταν
προς του φωτός τις θημωνιές π’ ανέκρουαν
«ανέστη ο Κύριος».

 

Οι στρατιώτες του δέκατου τέταρτου
χρόνου του αιώνος μπήκαν στον αγώνα
με ξέφρενα χτυπήματα ευφροσύνης
γιατί —κακά τα ψέματα— όλοι λέγαν
«ανέστη ο Κύριος».

 

Σε σπήλαιο σκοτεινότερο κι από τον ήλιο
γεμάτο με φτερά βοδιού και μουλαριού
τα σύμπαντα ξεχύνονταν σ’ ένα ποτήρι,
τις βέρες ανταλλάζαν κεραυνοί,
«Χριστός γεννάται» ανέκραζαν, «ανέστη ο Κυριος».

 

Μόνο που ήρθαν ξάφνω οι στρατηγοί
των δυο πλευρών και πιάσαν τις φωτογραφίες
επ’ αυτοφώρω και τσακίσαν τα κουμπιά
των δυο στρατών κι αφήσανε τον Κύριο
π’ ανέστη απαρηγόρητο σε τάφο.
Χριστούγεννα 2012

Η ΑΦΡΟΔΙΤΗ ΓΙΑ ΤΙΣ ΝΕΕΣ
ΟΙΚΟΝΟΜΙΚΕΣ ΡΥΘΜΙΣΕΙΣ

 

Συγκεκριμένα θα φορολογούνται
τα υψηλά επιδόματα του στήθους,
τ’ αριστερό μου χέρι, το δεξί ποδάρι,
τ’ αλκοολούχα των ματιών μου και όλα
τα καπνικά προϊόντα των μαλλιών.

 

Όσο για τις θυγατρικές μου εταιρείες
και το συντελεστή των ακινήτων,
θα συμπεριληφθούν στο νέο πακέτο
που η Μοίρα ήδη στον Όλυμπο κατέθεσε:

 

Επιβολή σε τρόφιμα, σε φάρμακα,
σ’ έσοδα κι από τόκους των ερώτων,
τέλος εισαγωγή και της βαλάνου
στα επιπλέον μέτρα, προς λιτότητα
και προς εξοικονόμηση ενεργείας.

 

Καθώς αντιλαμβάνεστε, άνθρωποι μου,
θά περιπέσω σε ανεργία, θα είμαι
η Αφροδίτη των Βαρών, των Βράχων,
του Έξορθολογισμοΰ και της Συντήρησης.

 

Τι θ’ απομείνει εν τέλει από τη μνήμη
μιανής θεάς που σώμα δεν ορίζει;
2012

ΚΑΘΩΣ ΧΡΥΣΙΖΕΙ ΑΥΓΗ
(Εκκόλαψη)

 

Εκτός κι αν η μορφή του αγγέλου είναι
του σατανά η αναίδεια, για να μην πω
βαρύτερο ένα λόγο
και τη λερή πικράνω
περιστεριώνε φουστανέλα.

 

Στη μνήμη και στο θάνατο υστερείς
αγαπητό παιδί μου· δεν ευθύνεσαι
παρά γιατί γεννήθηκες αθώος,
το δάσκαλο σου αφήνοντας προσώρας να στρεβλώσει
τα δικαιώματα της ιστορίας.

 

Και σου ’μεινε στο χέρι το δεξί
μια τρομερή σημαία, όπως κουνά
τ’ αριστερό της χέρι αγκυλωμένο
εισέ σταυρό π’ αντλεί τη δύναμη του
από του φύρερ το μουστάκι.

 

Πώς πέφτουν τ’ άνθια πάνω της
-κεφάλια στην ποδιά της-
και δροσερά γαρούφαλα
που παίρνει στο λαιμό της;
2013

ΤΑΦΗ ΚΑΙ ΑΝΑΣΤΑΣΗ
ΤΟΥ ΚΟΜΗΤΟΣ ΑΠΟΣΤΟΛΟΥ ΣΑΝΤΑ

 

Είναι ένα φως π’ ουδείς αληθινός νεκρός φοβάται
ακόμα κι αν εννιά χιλιάδες πορφυρές γλαδιόλες
κι άμαξα μ’ έξι άλογα λευκά
και βασιλιάδες δεκατρείς και πρίγκιπες δεκάδες
μαζί μ’ εκατόν τέσσερις αρχιερείς
στα σπλάχνα του φθορίζουν.

 

Είναι το φως του δειλινού που λούζει
τον αττικόρευστο ουρανό με το τραγούδι
του ζευγαρώματος της Αθηνάς Παρθένου
μ’ αγνά του μύθου δρώμενα.

 

Τέτοια στιγμή ένας Σάντας κι ένας Γλέζος
μ’ ένα φτωχό ασυλλόγιστο Κουκίδη
θα κλέψουν την ιδέα κάποιου θεού
που προτιμά να μένει στην ανωνυμία
και θα ξεπλύνουν, θα γκρεμίσουν, θα ξεσκίσουν
κάθε βρωμιά του Βράχου του ιερού.

 

Κι αν έρθεις συ, αξιότιμε αναγνώστη,
κι αιτήσεις το τεκμήριον της υπάρξεως
αυτών που ήταν μια φορά κι έναν καιρό,
θα σου ειπώ για το κρηπίδωμά τους.
Και τι θα γίνονταν ο μύθος χωρίς το λαό του
και ποια θα γλυκοχάραζε στα σπλάχνα μας
Ακρόπολη χωρίς αυτούς;

 

                                           Πολλές ευχαριστίες,
παρακαλώ σε, δώσε στο προσωπικό
του Κέντρου Αναπνευστικής Ανεπαρκείας
για την καλή φροντίδα προς τον Σάντα,
πριν αποθέσει αθόρυβα τ’ ολόγιομο του πνεύμα
περαστικός από τη «Σωτηρία».

 

Εκείνοι, ξέρω, προς τιμήν τους, έκαναν
το ανθρωπίνως δυνατόν για να τον σώσουν.
Δεν τα κατάφεραν κι εντέλει δεν τον νοιάζει,
αφού τη θεία φωτιά του τη συνδαύλιζε
αληθινός ακένωτος νεκρός.
2011

ΕΜΨΥΧΩΣΗ
Πολύχρωμοι θεοί κοιτάν από ψηλά
το θαύμα του έρωτα – τους συγγενείς λειψάνων
που κάθε μέρα τα σφιχταγκαλιάζουν
στο φως του φεγγαριού και σμίγουν μετ’ αυτά.

 

Υπάρχει λόγος Ισχυρός να μη επιτρέπουν
στους πρεσβευτές ξένων καρδιών να διεκδικούν
πεφιλημένων σώματα και οστών επικαρπία.

 

Καθώς αντιλαμβάνεστε, στον κόσμο δεν υπάρχει
πιο ακριβό απ’ το μύρο της αγάπης
π’ αναταράζει και νεκρούς και ζώντας.

 

Ποιο τώρα φως γιομίζει το σκοτάδι τους;
Ποια ευδοκία έτσάκισε το χέρι τους
και το μακρύ ποδάρι τους; Ποιος στεναγμός;

 

Και πώς οι οχτροί του γένους των λειψάνων
να ξεριζώσουν μάχονται τους θρήνους που χύθηκαν
επάνω από των λατρεμένων τους τα κόκαλα;

 

Καταλαβαίνετε λοιπόν το βάρος
της αδικίας· να τους ζητούν εκείνα
με τα όποια μεγάλωσαν τον πόνο τους.
Για κείνα, θα το πω ξανά, που εχύσαν
τεμάχιον τιμίου δακρύου.

 

Πώς να τους πεις, το σπλάγχνο τους έγινε λάθος
και δεν ήταν αυτό που αυτοί για χρόνια
στον κόρφο τους ζεστάναν κι ημερέψαν;
Μεγάλη αμαρτία να μην αφήσεις
ουτ’ ένα κοκκαλάκι της ψευδαίσθησης,
π’ άλλωστε ανήκει σε άλλον
–άγνωστο για την ώρα– παραλήπτη!
2010

ΤΟΥ ΚΥΡ-ΧΡΙΣΤΟΥ
                                                             Στον Κώστα Βλάχο

 

Με κουπολάτες άγιους
καράβιν αρμενίζει.
Κοιμόταν του καλού καιρού
ο Κυρ-Χριστός στην πρύμνη.

 

Ξάφνου σηκώθη ο άνεμος
με ταραχή μεγάλη·
στη ζάλη του δεν ίσχυσε
να δέσει τα μαλλιά του.

 

Πάνε, ξυπνούν οι άγιοι
τον Κυρ-Χριστό, του λένε:
«Βουλιάζει το καράβι μας
κι η θύελλα εβρουχήθη.»

 

Εκειός ανασηκώθηκε·
τους είπε να ησυχάσουν
κι εράβδισε τα κύματα
με το λουρί του λόγου.

 

Παίρνει νερό, χύνει νερό
κι η θάλασσα ιλαρώθη
κι άδραξε με τα μάτια του
τον άνεμο Βορέα.

 

Φαντάσου πίστη που ‘χε αυτός
ο άνεμος που εσβήστη!
Τι σέβας είχαν τα νερά
που γιόμισαν γαλήνη!
2009

ΤΗΣ ΜΑΣΤΟΡΙΝΑΣ
Γιοφύρι που τρισέλαμπε κάτω από μαύρον ήλιο
στοίχειωνε κόρη που ’κανε το γαίμα της βασίλειο.

 

Ποιος είδε τέτοια λυγερή και δεν τον ελυπήθη;
Ευτύς ο πρωτομάστορας γυρνά κι απηλογήθη:

 

«Ταίρι μου και γυναίκα μου την είχα δέκα χρόνια
και τώρα την ανακαλώ με στεναγμό τ’ αηδόνια.

 

Αλήθεια σας ομολογώ, της είπα μέγα ψέμα·
το δακτυλίδι το ’κρυψα, δεν μου ’πεσε στο ρέμα.

 

Και πώς αυτή να κατεβεί στον Άδη να το πάρει,
χωρίς λευκότατα πανιά και μια ψυχή μεγάλη;

 

Το δράκο σαν δεν απαντάς και δεν τον συντυχαίνεις
το σκότος που ’χεις μέσα σου παντού θα συντροφεύεις.

 

Κλείσε τ’ αυτιά, μην τρέφεσαι από τα παραμύθια·
όποιος αγάπησε πολύ, αυτός σου λέει αλήθεια.

 

Έλαβε το δικαίωμα, ως είχε αγάπη τόση,
την όμορφη γυναίκα του να τηνε παραδώσει.»
2012

Η ΣΑΝΔΑΛΙΖΟΥΣΑ
Αγάπησες και συ μες στον καιρό σου
την αρετή, Θεέ, την πολυσέβαστη.
Αθάνατο είχε ίσκιο κι έλαμπε το μάρμαρο
στα τρίσβαθα επάνω της σαρκός.
Μεγάλος καλλιτέχνης έπιασε να σβήνει
από τον δεξιό βραχίονά της
ετεροχρονισμένες μελωδίες.
Εργάσιμες ως ήταν, θα πληρώνονταν
από τον εκλεκτό που σφυρηλάτησε
το λόγο στα φατνώματα της Γαίας.
Με τι χαρά κελάρυζε το φως
στο φίδι μέσα που λαγοκοιμόταν
και σε συμφωνικές που οι πέρα κάμποι
σε λίγο θ’ ανακυματίζαν!
Πέπλος αυγής στο σώμα τους κρυβόταν
από λαθρόβιους ήλιους γινωμένος
κι ομόκεντρα δολώματα γυναίκας.
Η δόξα του μειλίχιου πλάσματός σου
μετακινεί τον μάκαρον αέρα
προς το ημίφως των σγουρών χειλέων
όθε κυλά η αρετή που πήζει
στο δροσοστάλιασμα της Οικουμένης.
2012

ΟΡΕΣΤΗΣ
Του Συμβούλου Χριστού και του Απόλλωνα ο χρησμός
ορίζει εγώ τη μάνα μου να παραδώσω
μέσα στο άλσος του σεπτού Ελικώνος
και με το τελεσίδικό μου χέρι
και της μαχαίρας μου τα επιχειρήματα
να υποδείξω προς αυτήν το θάνατο.
Οι γυμνικές φωνές του οτήθους της δεν με τρομάζουν
ουδέ κι αναχαιτίζουν την όρμή
με την οποία στης γοής το κέντρο
τον άξονα της φρίκης θέλω στήσει.
Οι άλλοι ας λεν το πάθος πως μου λείπει
κι ότι στεγνώνω το αίμα μου· αλλά τι;
Ο λόγος είναι, αλήθεια, για το δίκαιο
που χάθηκε στην άμμο και βουλιάζει
χωσμένο εκεί που κρύβει ο μέγας ήλιος
το κολονάτο του άναμμα, τις χρύσιες επωμίδες.
Ο Τιτυός, ο Τάνταλος και ο Σίσυφος,
η Σκύλλα, μ’ έξι τους λαιμούς
τις τρεις σειρές τα δόντια
και τα ποδάρια δώδεκα, δεν επαρκούν
του άδικου το είδωλο ν’ αποτυπώσουν.
Το φίδι στην Αυλίδα τρώει εννιά στρουθιά,
εννιαχρονίτες ταύροι ράβουνε τ’ ασκί
του Αιόλου με το δέρμα τους –
                                               είν’ όλα παραμύθια
τόσο αδρά και τόσο αληθινά
όσο το φάντασμα της μάνας του Οδυσσέα
στον Άδη κάτω, που ξεφεύγει τρεις φορές
απ’ την αγκάλη του ήρωα και τ’ απομένει ο κόπος.
Στου λογικού τα σπλάχνα σπλάχνιση καμία
κι αδήριτη σαν σίδερο η ανάγκη
μες στον αναβρασμό να μαστιγώνεις
του Ποσειδώνα τ’ άλογα με το δοξάρι
του εκηβόλου Απόλλωνα που περιφράσσει
στο κέντρο του νοός κάθε συναίσθημα.
*
Λόγια του κόρφου, υγραίνοντας τη μοίρα
και πώς να γονατίσουν τη μεγάλη
ψυχή του Ορέστη που παράμερα στραγγίζει
της φόρμιγγάς του την παλικαριά,
τα χάδια του πολύτριχου πατρός του
και την ευγένεια του, αλίμονο, σαν βλέπει
απά στον ώμο της ξωθιάς μητρός του
νυχτερινής ηδυπαθείας τατουάζ.
Τόσο πολύ βαθιά του αυτός να μελανίσει θέλει
της ατιμίας το τίναγμα, με χέρι πού διασχίζει
σαν το πεσούμενο άστρο χίλιους αιώνες,
αλλά ή μουριά στα νώτα του «γαλήνεψε» του κρενει.
Κι αν τον διχάζει δάκρυ πού διστάζει,
εκλογικεύει ωστόσο το σωστό
του πάθους του διαμάντι με τον χόλο
μιας εντολής που ανθρώπινα δεν πάλλει.
Της εκλογής ο κίντυνος τώρα δικός του:
Στιγμή πού κράτησε τριακόσια χρόνια
μέσα στο άλσος από μαύρες λευκές
και σε λουτρό που η μιαιφόνος είχε
θεά των όφεων ξαναγεννήσει
την αγελαδομάτα παρθενιά της.
Συ που τον άντρα σου έσφαξες με το διπλό πελέκι,
σύρε γοργά στον Άδη ωσάν Παιδίσκη,
Νύμφη και Χήρα κι Έμπουσα με χάλκινο σανδάλι
και μη γυρίσεις πίσω να κοιτάξεις
τ’ αριστερό μου χέρι και τις χρυσές ταινίες
πού δένουν στα πλευρά μου δυο λαιμούς
φολιδωτά φιαλίδια με το αίμα
της Μέδουσας ή ταύρου του ιερού.
Μη με συστρέψει ο ίλιγγος και μη δε σ’ αφανίσει
σταγών ολέθρου, σταλαγμό αντίρροπο αποτάσσοντας.
Ότι θ’ αλυσοδέσω την οργή μου
να μη αποδράσει και σε δίσκο τα βυζιά σου,
σαν της Αγάθης του Τιέπολο, θα βάλω
και τον ομφάλιο λώρο θ’ αποσχίσω.
 *
Λόγια του Ορέστη σκηνοθετημένα:
«Μίαν άλλη Κλυταιμνήστρα να ’χα μάνα,
των παθών της ν’ αλάφραινα το κλέος
κι ημίθεος ο θάνατος να τη σκεπάζει.»
Λόγια Χορού: «Αν τη μάνα σου να θανατώσεις θέλεις,
φόνευσε πρώτα εντός σου το θείο πρόσωπό της,
χτύπα το καταγής και κάνε το χταπόδι
όσο μπροστά σου ορθώνεται η επιφάνειά της
κι όσο οι θεοί κινούνται κεντρισμένοι
απ’ τα δικά σου αισθήματα, διαθλώντας
φύλλα, κορμό και κάθαρση παθών.»
2010


ΝΑΡΚΙΣΣΟΣ
                                                                         Στον Γιάννη Ρουσιά
Παραποτάμιος Νάρκισσος κρατώντας την πυξίδα
που έσφυζε απ’ αρώματα και ήχων συνουσίες
κάνει ν’ αγγίξει το νερό κι εσείστη
ο κόσμος όλος από τη θωριά του.
Για την ακρίβεια, η μορφή του αναρριγεί
από τ’ ανάκρουσμα του εικάσματός του.
Μ’ ευγένεια το χιτώνα του αφαιρεί
την όψη του να γδύσει, που ασημώνει
το μελιχρό νερό. Τι Νάρκισσος αλήθεια!
Δυο βήματα δεν πήγε παρακάτω
και γύρισε τον ίσκιο του να πάρει,
να μην την ξαναπάθει σαν και τότε
που ξέχασε στη λίμνη το είδωλό του
(το γύρεψε, μα έκανε φτερά).
Η άσκηση του βλέμματος ορίζει
να νιώθεις από κίνδυνο, να ξέρεις
που να πατάς, τι για το θάνατο πιστεύεις.
Όμως αυτός ο Νάρκισσος ποτέ δεν θα το μάθει.
Γυρνά και την εξαίσια τώρα βρίσκει
του σώματός του υφή, σαν ζαλισμένη.
Τα μάτια εξολισθαίναν απ’ τις κόγχες –
δέλφινοι δυο σε ποταμό τυφλό.
2009

ΣΙΜΑ ΣΤΗΝ ΑΓΓΕΛΟΚΤΙΣΤΗ
Η Ουμ Χαράμ Μιλχάν Χαλίτ Ζαΐμ Χαράμ εκ Μέκκας
ήρτε θαρρείς στις Αλυκές, στ’ ασπρόρουχα του ήλιου.
Δεν κάτεχε η ξενόφερτη (μ’ αμύθητο σκοτάδι
σε σκουλαρίκια ημίκυρτα και μεθυσμένες χάντρες
π’ αστάρωνε το κύμα τους μεταξωτή μαντίλα)
πως μ’ άλλο τρόπο πολεμάν, σχίζουνε δρόμο, αφρίζουν
φαριά και πάλες κι αστραπές και σιδερές μπομπάρδες.
Βαθύζωνος και σεβαστή κυρά
με περισσό Κοράνι στους μαστούς
θωρούσε ζυγωτά τη θεία μανία
των εκλεκτόρων του Αλλάχ, σταυροκοπιόταν
αραβικά εις τύπον του Μωάμεθ
και ρώταγε τη μούλα της αν ξέρει
πούθε να βρει σκιά και λίγο αμπέλι
το αλμυρό της χείλι να δροσίσει.
Μα κείνη –μούλα να τη λες κλεμμένη
απ’ το στρατόπεδο του θνήσκοντος Γαλάτη
και τ’ Αχαιού Οδυσσέα και Διομήδη–
της μπήκε στο μυαλό να τη χαλάσει·
γιατί, σαν γνήσια κόρη βορδονάρου,
δε γυάλιζε το μάτι της από κιλίμια
με παινεμένα ξόμπλια στα καπούλια
κι επώνυμα στα πλάγια φτερνιστήρια.
Μοναδικός της στόχος ν’ αποδώσει
με του Θεού τη δύναμη, σε Αλωνάρη μήνα,
δικαιοσύνη φεγγαριού τελείου
με τ’ αγγελόσκιασμα της εισηγμένης.
2011

PII SECUNDI PONTIFICIS MAXIMI
AD ILLUSTREM MAHUMETEM TURCORUM
IMPERATOREM
(Α ν ε π  ί δ ο τ η   ε π σ τ ο λ ή)

 

Τότε προς τι μία τοιαύτη Epistola;
Γιατί γυμνώθη ο Πάπας κι άπλωσε το μανδύα του
κατάχαμα, να τον πατήσει ο Τούρκος,
γιατί ο Πάπας γίνηκε φτωχούλης του Θεού;

 

Φτωχούλης τελοσπάντων, είχε τα πουλιά,
είχε τ’ αρνί, τους λιόντας και τους λύκους,
όμως εμείς –να λέμε την αλήθεια–
έχουμε Τούρκο κι έχουμε χαντζάρια.
Για τούτο και τον είπαμε Αυτοκράτορα
τ’ αξιοσέβαστο καθοίκι. αυτόν τον «Εκλαμπρότατο».

 

«Από κατεργαριές, τρικλοποδιές
κι επινοήσεις, πλούσια τα ελέη σου.
Μα τον diabolem, με σπείρανε Ρωμαίο
να φέρνω κωλοτούμπα κάθε Μουχαμέτη
και στον παλιάτσο φέσι να φορώ.
Ημάς τους θεοδώρητους Καθολικούς
δεν μας τρομάζουν του Μωάμεθ τα γιουσούφια
κι οι αφράτες οδαλίσκες· βρίθουν τα κελάρια μας
λαχταριστές πουτάνες, δόξα σοι ο Θεός!»

 

Τέτοια ο Πάπας έλεγε ο Πιστός,
πλην όμως υπολείπονταν σε ακμή
και φαντασία και τόλμη.
                                                                       Ο miser δεν απέστειλε
τη γεγραμμένη Epistola στον Mahumetem −


Κύριος οίδε ποιοι καρδινάλιοι,
και ποιοι οδοντοτεχνίτες τον απέτρεψαν,
ποία, τον Πίον, τέρατα ευγενών.

 

Μπορεί να μην τους άρκεσαν οι παραινέσεις
στον Πορθητή να εχθρεύεται τους Έλληνες
γιατί δεν αποδέχονταν τις αποφάσεις
της Παντελούς εν Φλωρεντία Συνόδου
κι απόμνεσκαν –το λέει ρητώς– στην πλάνη.
«Το πλέον καινοφανές», συνέχιζε, «το πλέον
ουτιδανόν και φοβερόν, αι απόψεις των
διά το Άγιον Πνεύμα και το Καθαρτήριον
δεν ήσαν σύγγνωμες, φρονώ ευσεβάστως, Εκλαμπρότατε,
προς την αληθινήν της Εκκλησίας μας πίστιν.»
Και τι τον νοιάζει, βρε ηλίθιε, τον Μωάμεθ,
αν έχουν άλλη γνώμη επ’ αυτού
οι Έλληνες ραγιάδες; Ή θαρρείς,
κι ας είσαι Κολοφώνας και Ποντίφιξ,
ότι δεν ξέρει να διαβάζει ο Τούρκος
λατινικά; Και μην τον καλοπιάνεις
με κειο το Imperatorem – θες δε θες
σ’ την πήρε με τη σπάθα του την Πόλη,
 κι όποια γουστάρει λέξη πετσοκόβει,
μ’ όποια του κάνει κέφι βαλαντώνει,
μες στο βαρύ σεκλέτι το τομάρι της
γιομίζει μ’ άχυρα, το μπήγει σε κοντάρι!
2006

ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ Ή ΜΑΥΡΟΥ
(Τουρκοκύπριου αντάρτη στην κατοχική Ελλάδα)

Ο υπό των οργάνων της εν Ελλάδι αξονικής κατοχής επικηρυχθείς Κύπριος στρατιώτης Μιχαήλ (ή Μαύρος) είναι μία χαρακτηριστική προσωποποίησις της Εθνικής  Νεμέσεως. Από το λημέρι του ορθώνει το πολεμικόν ανάστημά του εις διάτορον διαμαρτυρίαν κατά της κατακτήσεως της Μητρός. Η συνήθως ερωτύλος κυπριακή δημοτική μούσα ας τον κάμη τραγούδι.

(Εφημ. ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ, Αυγ./Σεπτ.1942)

 

 

                                                                     Μαύρη ειν’ η νύχτα κι ο Μαύρος  στη Σαϊδόνα,
                                                             μαύρος, μαυρής Αλή Μεχμέτ-Μιχάλης Παπακώστας,
                                                                      ελληνικά κινούμενος με δανεικό ντουφέκι
που το βοτανολόγησε από φευγάτον Άγγλο.
Είχε μαζί του εφτά παδιά, εφτά Κυπρίους λεβέντες,
(τον όγδοο τονε σκότωσε, γιατί του φάνηκε ήταν
των Ιταλιάνων πράκτορας) και σε λημέρι εβγήκε.
Από κοντά τον ακλουθεί Μανιάτισσα γυναίκα
που ’χεν αγάπη εφτάπυργη στον Μιχαήλ τον Μαύρο.
Μιχάλη εδώ, Μιχάλη εκεί, σαν Τούρκο δεν τον ξέραν
παρά σαν κήρυκα τρανό της Νέμεσης του Έθνους,
των πανελλήνων καύχημα και της Μητρός πατρίδος
καμάρι και στεφάνωμα κι ανάσταση του Γένους.
Γιομάτοι από συναίσθημα φουσκονεριάς οι σκλάβοι
δεν το ψυχανεμίζονταν πως ο Αλή Μιχάλης
δεν ήταν άλλος πάρεξ ο Μεχμέτ ή Παπακώστας
που ντύθηκεν ενωτικά κι έβαλε το σταυρό του
άσπρην ημέρα η μαύρη γη να δει να πρασινίσει.
Κι αν ερωτάς τι γίνηκε ο καπετάν Μιχάλης,
θα σου το πουν οι καλαμιές σιμά στην Καλαμάτα.
Εκεί κοντά τον έπιασαν με τη συντρόφισσά του
κι Ιούλη του σαρανταδυό στην Τρίπολη τον σφάξαν.
                                                                                                                                            2009

Comments are closed